Διπλωματικές Εργασίες



Διπλωματικές εργασίες 2016-18

Ονοματεπώνυμο Τίτλος Διπλωματικής Κείμενο περίληψης Μόνιμη Διεύθυνση-ΠΕΡΓΑΜΟΣ
Ζηντίλη Αιμιλία Ο ρόλος των επιγενετικών αλλαγών της ιστόνης 3 (Η3) στους παιδιατρικούς όγκους εγκεφάλου Οι όγκοι εγκεφάλου αποτελούν την δεύτερη πιο συχνή μορφή κακοήθειας της παιδικής ηλικίας μετά τη λευχαιμία και την κύρια αιτία νοσηρότητας και θνητότητας σε αυτό το πληθυσμό. Τα αστροκυττώματα αφορούν πρωτογενείς όγκους του εγκεφάλου που προέρχονται από νευρογλοιακά στελέχη ή προγονικά κύτταρα και ταξινομούνται σε διαφορετικούς βαθμούς κακοηθείας (Ι-ΙV). Διακρίνονται σε μη διηθητικούς, καλά διαφοροποιημένους όγκους και ορίζονται ως χαμηλού βαθμού κακοήθειας και σε διηθητικούς όγκους, υψηλού βαθμού κακοήθειας, που δύσκολα ανταποκρίνονται στις υπάρχουσες θεραπευτικές μεθόδους. Στην αιτιοπαθογένεια τους περιλαμβάνονται γενετικοί καθώς και επιγενετικοί παράγοντες, οι όποιοι ρυθμίζουν σημαντικές κυτταρικές διεργασίες όπως τον έλεγχο του κυτταρικού κύκλου και της απόπτωσης, αντιγραφή και επιδιόρθωση του DNA, αναδιαμόρφωση της χρωματίνης, αποσιώπηση γονιδίων κ.α. Έχει παρατηρηθεί ότι, η λειτουργικότητα της ιστόνης 3 (Η3) εμπλέκεται στην παθογένεια των παιδιατρικών όγκων εγκεφάλου ενώ ετεροζυγωτές μεταλλάξεις στα γονίδια που κωδικοποιούν την ιστονη Η3.1 και Η3.3 συμβάλλουν στην ανάπτυξη υψηλόβαθμων αστροκυττωμάτων. Στη συγκεκριμένη εργασία διερευνήθηκε η παρουσία των επιγενετικών τροποποιήσεων (μεθυλίωση και ακετυλίωση) της Η3 σε 38 παιδιατρικούς αστροκυτταρικούς όγκους διαφορετικού βαθμού κακοήθειας. Ειδικότερα μελετήθηκε η τριμεθυλίωση στην λυσίνη 9 (H3K9me3) και στην λυσίνη 4 (H3K4me3) καθώς και η ακετυλίωση της λυσίνης 27 (H3K27Ac) οι οποίες συμβάλουν σε γονιδιακή ρύθμιση και συσχετίστηκαν με τα κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά των όγκων. Παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα των παιδιατρικών όγκων εγκεφάλου στα αγόρια συγκριτικά με τα κορίτσια, με κύρια θέση εντοπισμού τους την παρεγκεφαλίδα, ανεξαρτήτου φύλου. Η ανοσοιστοχημική αξιολόγηση έδειξε απορρύθμιση του κώδικα ιστονών κατά τη γλοιωματογένεση, με υψηλή έκφραση της τροποποίησης που προκαλεί αποσιώπηση γονιδίων (Η3Κ9me3) και μέτρια έκφραση αυτών που προκαλούν ενεργοποίηση (Η3Κ4me3 και Η3Κ27ac). Η τροποποίηση Η3Κ9me3 παρατηρήθηκε να υπερεκφράζεται στους παθολογικούς εγκεφαλικούς ιστούς σε όλους τους τύπους αστροκυτωμάτων σε σχέση με τον φυσιολογικό εγκεφαλικό ιστό. Μεταξύ αστροκυτωμάτων διαφορετικού βαθμού κακοήθειας, η τροποποίηση Η3Κ9me3 παρουσίασε υψηλή έκφραση κυρίως στα υψηλού βαθμού κακοήθειας αστροκυτώματα (ΙΙΙ και ΙV) υποδηλώνοντας τη συμμετοχή της στη γλοιωματογένεση και την πιθανή γονιδιακή καταστολή. Η τροποποίηση Η3Κ4me3 παρουσιάζει γενικά μέτρια έκφραση με χαμηλότερες τιμές στα αστροκυτώματα Ι και ΙΙ και σχετικά υψηλότερες στα αστροκυτώματα βαθμού ΙΙΙ και ΙV, υποδηλώνοντας ότι η γονιδιακή ενεργοποίηση αυξάνεται καθώς αυξάνεται ο βαθμός κακοήθειας των νεοπλασμάτων. Η τροποποίηση Η3Κ27ac παρουσιάζει επίσης μέτρια έκφραση με μικρές διακυμάνσεις (υψηλότερες τιμές στα χαμηλού βαθμού πιλοκυτταρικά και αστροκυτώματα ΙΙ και σχετικά χαμηλότερες στα αστροκυτώματα βαθμού ΙΙΙ και ΙV). Συμπερασματικά, ο συνδυασμός της Η3Κ9me3 και της Η3Κ4me3 φαίνεται να εμπλέκεται στη διεργασία της γλοιωματογένεσης παρουσιάζοντας υψηλότερη έκφραση στα υψηλής κακοήθειας γλοιώματα, όπου και πιθανώς επηρεάζουν τη γονιδιακή ρύθμιση. Οι τροποποιήσεις αυτές της ιστόνης H3 χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης σε ένα μεγαλύτερο αριθμό δειγμάτων, με στόχο των εντοπισμό διφασικών γονιδίων που εμπλέκονται στη γλοιωματογένεση. Η πληρέστερη κατανόηση των μοριακών μηχανισμών και των γονιδίων που επηρεάζονται από αυτές τις Η3 τροποποιήσεις κατά την ανάπτυξη των παιδιατρικών εγκεφαλικών όγκων, μπορεί να αποδειχτεί προγνωστικής σημασίας, συμβάλλοντας στη καλύτερη στρωματοποίηση των ασθενών και στην εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης όγκων εγκεφάλου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2896171
Ηλιοπούλου Ασπασία Μοριακή επιδημιολογία και Εξέλιξη Στελεχών του Ιού της Ηπατίτιδας C Η Ηπατίτιδα C, αποτελεί ένα λοιμώδες νόσημα, το οποίο προσβάλλει κυρίως το ήπαρ και οφείλεται στον ιό της Ηπατίτιδας C (HCV). Πρόκειται για έναν μικρό RNA ιό, που ανήκει στην οικογένεια Flaviviridae, του γένους των Ηπατοϊών. Η λοίμωξη που προκαλείται από τον ιό της Ηπατίτιδας C, αποτελεί δαμόκλειο σπάθη για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, αλλά και την άρχουσα αιτία της χρόνια ηπατικής λοίμωξης με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης κίρρωσης και ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το 3% του πληθυσμού παγκοσμίως έχει μολυνθεί από τον ιό, και πάνω από 185 εκατομμύρια άτομα πάσχουν από χρόνια λοίμωξη, με 3-4 εκατομμύρια νέες μολύνσεις και 350.000 θανάτους σχετιζόμενους με τον ιό, να καταγράφονται κάθε έτος (Mohd Hanafiah K et al, 2013, WHO,2015). Ο επιπολασμός του ιού της ηπατίτιδας C, διαφέρει ανά τον κόσμο, με τα υψηλότερα ποσοστά να εντοπίζονται στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική και Ανατολική Ασία και την Αφρική. Παρόλα αυτά, η πλειοψηφία των περιστατικών χρόνιας HCV λοίμωξης είναι χωρίς διάγνωση λόγω της ασυμπτωματικής, κυρίως, μορφής της νόσου κατά τα πρώτα χρόνια, ή και λίγες δεκαετίες μετά την πρωτολοίμωξη, αποτελώντας, όμως, ως αποτέλεσμα μία παγκόσμια σιωπηλή επιδημία με υψηλή νοσηρότητα και θνητότητα. . Η τεράστια γενετική ετερογένεια που χαρακτηρίζει τον HCV τόσο μεταξύ γονοτύπων και υποτύπων στελεχών του, όσο και εντός πληθυσμών του ιδίου στελέχους σε έναν συγκεκριμένο ασθενή οφείλεται κυρίως σε υψηλό ρυθμό μεταλλάξεων λόγω των λαθών της RNA-εξαρτώμενης RNA πολυμεράσης κατά την αντιγραφή του RNA γενετικού υλικού, αλλά και σε φαινόμενα γενετικού ανασυνδυασμού (Simmonds P.et al, 2005). Εκτός όμως από τη υψηλή γενετική ποικιλομορφία του ιού, αποτυπώνεται μέσα από επιδημιολογικές και φυλογενετικές μελέτες και μία ετερογενής γεωγραφική κατανομή των γονοτύπων του. Η εύρεση του ρόλου των HCV γονοτύπων, αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πεδία στην έρευνα για τον ιό της Ηπατίτιδας C. Ο προσδιορισμός του γονοτύπου είναι σημαντικός, διότι μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της νόσου και την ανταπόκριση στην αντιιική θεραπεία, αποτελώντας το επίκεντρο πολλών μελετών. Επίσης, η εξαιρετικά υψηλή γενετική ποικιλομορφία του ιού με την ευρεία γεωγραφική κατανομή όλων αυτών των διαφορετικών γονοτύπων έχουν αποτελέσει τροχοπέδη τόσο στην ολοκληρωτική θεραπεία της λοίμωξης, όσο και στην παραγωγή εμβολίου. Επομένως, ο προσδιορισμός των γονοτύπων του ιού, εκτός από τις επιδημιολογικές πληροφορίες που μας παρέχει σχετικά με τη μετάδοση του ιού, είναι θεμελιώδης για την επιλογή της θεραπείας, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με το γονότυπο και για την τελική πρόγνωση του ασθενή https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2898048
Θεοδωρής Χρήστος HIV: Ο δρόμος προς το εμβόλιο Η μόλυνση από τον ιό HIV (AIDS) αποτελεί μια βασική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας σε ολόκληρο τον κόσμο. Η παρούσα εργασία συγκέντρωσε και ανέλυσε τις προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, για την ανάπτυξη ενός εμβολίου κατά του HIV, μέσα από την παρουσίαση και ανάλυση των σημαντικότερων κλινικών ερευνών αποτελεσματικότητας, καθώς και των υποκείμενων προσεγγίσεων που έχουν ακολουθηθεί στην ανάπτυξη ενός εμβολίου. Οι προσπάθειες αυτές, οι οποίες γίνονται εδώ και 35 συναπτά έτη, οδήγησαν μεταξύ άλλων, στην ανάπτυξη 6 εμβολίων που διερευνήθηκαν ως προς την αποτελεσματικότητα τους, σε 6 κλινικές μελέτες, οι οποίες ήταν οι VAX003, VAX004, STEP, Phambili, RV144 και HVTN 505. Μεταξύ αυτών, μόνο η RV144, επέδειξε ένα μέτριο επίπεδο αποτελεσματικότητας (32,1%), στην οποία χορηγήθηκε ένα εμβόλιο με ανασυνδυασμένο φορέα του ιού της ευλογιάς του καναρινιού, το οποίο ενισχύθηκε από την χορήγηση ανασυνδυασμένης πρωτεΐνης gp120. Επί του παρόντος δύο μεγάλες έρευνες που ξεκίνησαν το 2016, βρίσκονται σε εξέλιξη (Imbokodo και HVTN 702) και τα αποτελέσματα τους αναμένονται το 2021. Οι φορείς ιών φαίνεται ότι είναι η καλύτερη προσέγγιση για την ανάπτυξη εμβολίων κατά του HIV, με τους ευλογοϊούς και αδενοϊούς, να είναι οι πλέον χρησιμοποιούμενοι στις τελευταίες κλινικές έρευνες αποτελεσματικότητας. Η ενίσχυση με ανασυνδυασμένες γλυκοπρωτεΐνες του φακέλου του HIV (gp120 και gp140), σε μια στρατηγική prime boost, φαίνεται να είναι πολλά υποσχόμενη στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου κατά του HIV. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι κλινικές έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη, οι οποίες βασίζονται στην RV144, δεν είναι πιθανό ότι θα επανεξεταστεί σημαντικά μια νέα προσέγγιση για την ανάπτυξη εμβολίου κατά του HIV. Είναι αναγκαίο να επανεξετάζονται συνεχώς οι επιστημονικές προκλήσεις και ευκαιρίες στον τομέα αυτό, δεδομένου ότι η ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον HIV δεν είναι μόνο ένα επιστημονικό ζήτημα, αλλά μια κρίσιμη προτεραιότητα για τη δημόσια υγεία. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2876033
Καραχούσου-Σπηλιωτακοπούλου Δανάη Μελέτη της μεθυλίωσης των ιστονών σε παιδιατρικά γλοιώματα Στη παρούσα πτυχιακή εργασία μελετάται η συχνότητα έκφρασης επιγενετικών ενζύμων στα παιδιατρικά γλοιώματα, το συνηθέστερο τύπο πρωτοπαθών όγκων εγκεφάλου. Ο βαθμός κακοήθειας των πρωτοπαθών γλοιωμάτων ποικίλει από καλά διαφοροποιημένους μη διηθητικούς όγκους, έως υψηλού βαθμού κακοήθειας διηθητικούς όγκους που δύσκολα απαντούν στις υπάρχουσες θεραπευτικές μεθόδους. Στην αιτιοπαθογένειά τους περιλαμβάνονται περιβαλλοντικοί και γενετικοί παράγοντες, καθώς επίσης και επιγενετικές τροποποιήσεις. Η επιγενετική αφορά την μελέτη των αναστρέψιμων κληρονομήσιμων αλλαγών στη λειτουργία των γονιδίων που εμφανίζονται χωρίς κάποια αλλαγή στην αλληλουχία του πυρηνικού DNA. Οι κύριοι επιγενετικοί μηχανισμοί είναι η μεθυλίωση του DΝΑ, οι αλλαγές στη δομή της χρωματίνης και η παρουσία miRNAs. Η παρούσα μελέτη εστιάζει στη διερεύνηση της έκφρασης των ένζυμων που προκαλούν τις χημικές τροποποιήσεις των ιστονών, των πρωτεϊνών που αποτελούν το νουκλεόσωμα, τη βασική δομική μονάδα της χρωματίνης. Οι ιστόνες (Η2Α, Η2Β, Η3 και Η4) είναι υπεύθυνες για την άρτια δομή της χρωματίνης και εμπλέκονται σε μηχανισμούς αντιγραφής και επιδιόρθωσης του DNA, ελέγχοντας την έκφραση σημαντικών γονιδίων. Υπόκεινται σε επιγενετικές χημικές τροποποιήσεις, οι οποίες προκαλούν μετα-μεταγραφικές αλλαγές γονιδίων και εμπλέκονται στην ανάπτυξη νόσων, μεταξύ των οποίων και οι όγκοι εγκεφάλου.μεθυλίωση των ιστονών και συγκεκριμένα η προσθήκη μεθυλομάδων σε κατάλοιπα αργινίνης και λυσίνης στα Ν-τελικά άκρα τους έχει συσχετισθεί με μηχανισμούς ογκογένεσης. Την μεθυλίωση των ιστονών επιτελούν ειδικά ένζυμα που καλούνται μεθυλοτρανσφεράσες. Στη παρούσα μελέτη διερευνήθηκε η έκφραση των μεθυλοτρανσφερασών SETD2, SUV39H1 και MLL2 που καταλύουν την τριμεθυλίωση της ιστόνης 3 στην λυσίνη 36 (H3K36me3), την τριμεθυλίωση της λυσίνης 9 της ιστόνης 3 (H3K9me3) και την τριμεθυλίωση της ιστόνης 3 στην λυσίνη 4 (H3K4me3) αντίστοιχα, σε παιδιατρικούς όγκους εγκεφάλου σε σχέση με τον φυσιολογικό εγκέφαλο. Τα επίπεδα έκφρασης των μεθυλοτρανσφερασών, αλλά και των αντίστοιχων τροποποιήσεων διερευνήθηκαν στη συνέχεια σε πρωτεϊνικό επίπεδο με την τεχνική της ανοσοαποτύπωσης κατά Western και ανοσοϊστοχημείας και συσχετίστηκαν με 011 κλινοκοπαθολογικά χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι η έκφραση της SETD2 είναι ιδιαίτερα αυξημένη σε παθολογικούς εγκεφαλικούς ιστούς σε σχέση με τον φυσιολογικό ιστό, ενώ η μεγαλύτερη έκφραση παρατηρείται σε χαμηλού βαθμού κακοήθειας πιλοκυτταρικά αστροκυττώματα σε σχέση με υψηλόβαθμα γλοιοβλαστώματα, ενώ και η έκφραση της τροποποίησης Η3Κ36me3, την οποία επιτελεί αποκλειστικά η μεθυλοτρανσφεράση SETD2 είναι πολύ υψηλή στο σύνολο των δειγμάτων παιδιατρικών αστροκυττωμάτων διαφόρων βαθμών κακοήθειας. Τα επίπεδα έκφρασης της MLL2 κυμαίνονται σε μέτρια επίπεδα, ενώ αυξημένη είναι η έκφραση της τριμεθυλίωσης της λυσίνης 4 στην ιστόνη 3 σε παθολογικούς εγκεφαλικούς ιστούς σε σχέση με τον φυσιολογικό ιστό. Αντίθετα, η έκφραση της SUV39H1 δεν εμφανίζει σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των εγκεφαλικών όγκων και του φυσιολογικού εγκεφάλου. Ωστόσο τα επίπεδα έκφρασης της τροποποίησης Η3Κ9me3 σε ανθρώπινους φυσιολογικούς ιστούς εγκεφάλου και σε ιστούς γλοιωμάτων εμφανίζουν διαφοροποίηση, και πιο συγκεκριμένα βρέθηκε ότι σε αστροκυττώματα βαθμού κακοήθειας II και ΙV η έκφραση ήταν αυξημένη σε σχέση με τον φυσιολογικό εγκέφαλο.
Συμπερασματικά, η μεθυλοτρανσφεράση SETD2 και η μεθυλίωση της ιστόνης 3 στις λυσίνες 4 και 9 φαίνεται να εμπλέκονται στην παθογένεση των γλοιωμάτων και χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Η πληρέστερη κατανόηση των μηχανισμών που παίζουν ρόλο στις επιγενετικές αλλαγές κατά την ανάπτυξη των παιδιατρικών εγκεφαλικών όγκων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταυτοποίηση νέων θεραπευτικών στόχων και ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων για τους ασθενείς.
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2896747
Κυριακοπούλου Γεωργία Αντινεοπλασματική δράση της Tinzaparin στον καρκίνο του παγκρέατος Ο καρκίνος του Παγκρέατος αποτελεί την 4η πιο συχνή αιτία θανάτου από κακοήθεια στην Αμερική. Η Ηπαρίνη όπως και τα παράγωγά της, οι Ηπαρίνες Χαμηλού Μοριακού Βάρους, φαίνεται να δρουν κατά της νεοαγγειογένεσης και κατά της δημιουργίας μεταστάσεων. Η Tinzaparin ασκεί την νέο-αγγειογενετική της δράση καθώς φαίνεται να διεγείρει περισσότερο από κάθε άλλη Ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους την παραγωγή του Tissue Factor Pathway Inhibitor (TFPI) από τα επιθηλιακά κύτταρα, αναστέλλοντας τον Tissue Factor (TF) και κατά επέκταση τον VEGFR. Ο TFPI δρα αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των Protease Activated Receptors 2 (PAR2), η ενεργοποίηση των οποίων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο μεταστατικό δυναμικό που παρουσιάζει ο συγκεκριμένος τύπος καρκίνου. Η ενεργοποίηση του VEGFR-2 διεγείρει τον πολλαπλασιασμό και την επιβίωση των κυττάρων μέσω της ενεργοποίησης των σηματοδοτικών μονοπατιών PI3K/AKT/mTOR και RAF/ΜΕΚ/ERK. Προκειμένου να διερευνήσουμε εάν η Tinzaparin ασκεί αντινεοπλασματική δράση, χρησιμοποιήθηκαν τρείς ανθρώπινες αθανατοποιημένες καρκινικές κυτταρικές σειρές απομονωμένες από πάγκρεας. Οι άνω κυτταρικές σειρές επωάστηκαν με διαφορετικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου Tinzaparin (Τ) (0.5 μΜ, 0.7 μΜ, 0.9 μΜ ), 1 μΜ Abraxane (Α) και 1 μΜ Gemcitabine (G), καθώς και συνδυασμό των φαρμάκων Α+Τ, G+T, A+G+T για 24 ώρες, και ελέχθηκαν μέσω της μεθόδου του ανοσοαποτύπωματος κατά Western (Western blotting) τα πρωτεϊνικά επίπεδα του VEGFR-2. Στις συγκεκριμένες συνθήκες μετρήθηκε η ανάπτυξη αποικιών με τη μέθοδο του Clonogenic Assay, καθώς καταγράφηκε και η μεταναστευτική ικανότητα των κυττάρων με τη μέθοδο του Scratch Assay. Τα αποτελέσματά μας κατέδειξαν πώς για τα κύτταρα PANC-1, η Tinzaparin 0.5 μΜ όταν συνδυαστεί με Abraxane ή/και Gemcitabine, φαίνεται να ασκεί αντινεοπλασματική δράση, καθώς η μετάλλαξη G12D του γονιδίου K-RAS που παρουσιάζει η συγκεκριμμένη κυτταρική σειρά φαίνεται να αποτελεί έναν αποτελεσματικό κυτταρικό στόχο, ενώ τα μονοπάτια Akt/mTOR/PI3K και BRAF/MEK/ERK, φαίνεται επίσης να ενεργοποιούνται. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2876930
Λύτη Ελεόνα Επαλήθευση μεθόδου και κλινική αξιολόγηση του νέου βιοδείκτη HE4 για τον καρκίνο των ωοθηκών Εισαγωγή: Ο καρκίνος των ωοθηκών αποτελεί ένα από τους συχνότερους κακοήθεις όγκους και εκ των χειροτέρων ως προς το προσδόκιμο επιβίωσης σε σχέση με όλες τις κακοήθειες γυναικολογικής φύσεως. Λόγω του ότι στα αρχικά στάδια δεν εμφανίζει συγκεκριμένα συμπτώματα, θεωρείται «σιωπηλός δολοφόνος». Η παγκόσμια επίπτωση του καρκίνου των ωοθηκών ανέρχεται σε 190.000 νέες περιπτώσεις και η θνησιμότητα σε 114.000 θανάτους ετησίως. Η ανθρώπινη πρωτεΐνη επιδιδυμίδας 4 (HE4) αποτελεί ένα καινοτόμο βιοδείκτη για τον επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών. Η μέτρηση του σε συνδυασμό με το CA125 στον αλγόριθμο ROMA πρόσφατα εγκρίθηκε από το FDAγια να προσδιοριστεί η πιθανότητα εύρεσης κακοήθειας σε χειρουργική επέμβαση σε γυναίκες που βρίσκονται πριν ή μετά την εμμηνόπαυση και παρουσιάζουν μια ωοθηκική μάζα. Σκοπός της παρούσας εργασίας: Η αναλυτική επαλήθευση της μεθόδου CMIA για το ΗΕ4 (Abbott) στον ανοσοχημικό αναλυτή Architect i2000SR. Παράλληλα έγινε και αντίστοιχη επαλήθευση για τον καθιερωμένο βιοδείκτη CA125 στον ίδιο αναλυτή και ελέγχθηκαν αναδρομικά αποτελέσματα ασθενών του Νοσοκομείου (2013-19) στο LIS. Υλικά-Μέθοδοι: Για τις παραμέτρους HE4/CA125 ελέγχθηκαν η πιστότητα (επαναληψιμότητα/αναπαραγωγιμότητα), η ορθότητα με controls και INSTAND διεργαστηριακό σχήμα και το όριο ανίχνευσης. Επιπρόσθετα, έλαβε χώρα σύγκριση μεθόδου με ELISA kit HE4 EIA–(CanAg) και για το CA125, με ανάλογη μεθοδολογία ECLIA στο COBAS 8000 (Roche). Χρησιμοποιήθηκαν τα στατιστικά προγράμματα SPSS και Method Validator. Για την επεξεργασία των αναδρομικών αποτελεσμάτων κλινικών δειγμάτων του ΗΕ4 και του CA125 II, έγινε ανάκτηση τους μέσω του LIS σε αρχείο excel και συνένωση με άλλα δεδομένα (όπως ηλικία, κρεατινίνη, preROMA, postROMA) μέσω της εντολής vlookup, του Excel. Το αρχείο excel μετατράπηκε σε SPSSv.25 και ορίσθηκαν επιπλέον ποιοτικές μεταβλητές (θετικές/αρνητικές τιμές) του ΗΕ4 και του CA125 με βάση το cut-off που παρέχει ο κατασκευαστής των αντιδραστηρίων (για το CA125 είναι 35 U/ml, για το ΗΕ4 είναι 70 pmol/l για τις προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες και 140 pmol/l για τις μετα-εμμηνοπαυσιακές). Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε η περιγραφική στατιστική και συγκεκριμένα υπολογίσθηκαν ο μέσος όρος (average), η διάμεσος (median), η ελάχιστη τιμή (minimum), η μέγιστη τιμή (maximum), το εύρος τιμών (range) και η τυπική απόκλιση (SD). Ελέγχθηκε η κανονικότητα των ποσοτικών μεταβλητών κατά Kolmogorov-Smirnov και συσχετίστηκαν μεταξύ τους με Pearson ή Spearman, αναλόγως εάν ήταν κανονική ή μη-κανονική η κατανομή. Εάν υπήρχε συσχέτιση, στη συνέχεια εκτελείτο γραμμική παλινδρόμηση. Για τις 8 ποιοτικές μεταβλητές εκτελέσθηκε η δοκιμασία χ2 για να ελεγχθούν οι διαφορές ποσοστών για θετικές ή αρνητικές τιμές. Αποτελέσματα: Η αναπαραγωγιμότητα (%CV) για τους δύο βιοδείκτες ΗΕ4 και CA125 σε controls τριών επιπέδων ελέγχθηκε στις ίδιες εργαστηριακές συνθήκες και χρονικό διάστημα και ήταν για το HE4: 14,04% (L), -12,55% (M), -13,55% (H) και αντίστοιχα για το CA125: 5,22% (L), -4,38 (M)%, -3,71% (H). Το μέσο %bias για το HE4 ήταν -12,61% και για το CA125 -2,56%. Τα όρια ανίχνευσης που δηλώνει ο κατασκευαστής επαληθεύτηκαν. Στη σύγκριση μεθόδων για το HE4 (n=40), η κλίση στην ανάλυση Passing-Pablok ήταν 1,002 (95% C.I.: 0,890-1,129) και η τομή επί του άξονα -0,648 (95% C.I.: -8,301-7,118), r=0,987. Για το CA125 (n=238), η κλίση στην ανάλυση Passing-Pablok ήταν 1,052 (95% C.I.: 1,002-1,100) και η τομή επί του άξονα -1,54 (-2,13 έως -0,92), r=0,993. Η συσχέτιση των δύο βιοδεικτών (n=321) κατέδειξε στατιστική σημαντικότητα τόσο ποσοτικά (r=0,441 & p<0,001, HE4=0,44*CA125+88,53) όσο και ποιοτικά (χ2<0,001). Υπήρχε ωστόσο ασυμφωνία στο 21% των αποτελεσμάτων. Ανιχνεύθηκε συσχέτιση μεταξύ του ΗΕ4 και της ηλικίας (rho=0,311, p<0.001, HE4=1,39*[Ηλικία]-8,97) και της τιμής κρεατινίνης (rho=0,317, p<0,001, HE4=20,18*[κρεατινίνη]+56,06). Αντίστοιχη μελέτη πραγματοποιήθηκε για το CA125, και δεν εντοπίστηκε συσχέτιση. Συμπεράσματα: Από την αναλυτική επαλήθευση, φαίνεται πως απαιτείται μείωση του ολικού σφάλματος του αντιδραστηρίου ΗΕ4. Χρήζουν περαιτέρω κλινικής διερεύνησης τα περιστατικά όπου υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των δύο βιοδεικτών. Η επίπτωση της ηλικίας και της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να ληφθούν υπόψιν μελλοντικά στη διαμόρφωση τιμών αναφοράς του ΗΕ4, ώστε να αυξηθεί η κλινική χρησιμότητα του βιοδείκτη. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2886804
Μελισσινού Ειρήνη Μελέτη επιπολασμού λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στην περιοχή της Αργολίδας Ο ιός του Δυτικού Νείλου (WNV) αποτελεί έναν RNA ιό, που μεταδίδεται μέσω νύγματος μολυσμένου κουνουπιού. Η πλειοψηφία των μολυσμένων ατόμων δεν παρουσιάζει συμπτώματα, ενώ περίπου το 20% των ασθενών εμφανίζει ήπια συμπτωματολογία ιογενούς συνδρομής. Μόνο το 1% των κρουσμάτων παρουσιάζει σοβαρότερες κλινικές εκδηλώσεις, εντοπισμένες στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ). Αυτές είναι συνηθέστερες σε ορισμένες ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των ανοσοκατεσταλμένων και εν γένει των ατόμων με χρόνιες υποκείμενες νόσους. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση του επιπολασμού της λοίμωξης από τον WNV στην περιοχή της Aργολίδας. Τα δείγματα προήλθαν από δύο ιδιωτικά εργαστήρια της περιοχής. Όσον αφορά τη μεθοδολογία, εξετάστηκαν 204 οροί δειγμάτων ενηλίκων ατόμων (102 ανδρών και 102 γυναικών) για την ανοσοσφαιρίνη G (IgG) έναντι του ιού WNV. Τα θετικά δείγματα εξετάστηκαν περαιτέρω για την ανοσοσφαιρίνη Μ (IgΜ) έναντι του ιού WNV, καθώς επίσης για IgG αντισώματα έναντι του Δάγκειου ιού (DENV) και του ιού της της κρωτογενούς εγκεφαλίτιδας (TBEV). Βάσει των αποτελεσμάτων, 7 δείγματα βρέθηκαν θετικά (3,43%), ενώ παρατηρήθηκε υπεροχή των ανδρών (71,4%) και των ηλικιωμένων ατόμων, εφόσον η πλειοψηφία των θετικών δειγμάτων (71%) προέρχονται από άτομα άνω των 60 χρονών. Στις ηλικίες από 80 και άνω η παρουσία θετικών αντισωμάτων IgG έναντι του ιού ήταν της τάξης του 10,5% και άνω των 60 ετών ήταν 6,9%. Κάτω των 60 ετών η παρουσία IgG αντισωμάτων μειώνονταν στο 1,5%. Τα IgΜ αντισώματα ήταν αρνητικά και για τα 7 δείγματα, το οποίο υποδηλώνει μη ενεργό νόσο, ενώ αρνητικά ήταν και για τα IgG αντισώματα έναντι των ιών DENV και TBEV. Συμπερασματικά, η επανεμφάνιση κρουσμάτων λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στον Ελλαδικό χώρο και η καταγραφή κρουσμάτων και σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν κρούσματα στο παρελθόν, καταδεικνύει ότι η Ελλάδα παρέχει τις κατάλληλες οικολογικές και κλιματικές συνθήκες για την κυκλοφορία του ιού. Απαραίτητη κρίνεται λοιπόν η έμφαση στη συνεχή επιδημιολογική παρακολούθηση, στα εντατικά προγράμματα διαχείρισης κουνουπιών και στην ευαισθητοποίηση του κοινού με εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με τα μέτρα προσωπικής προστασίας. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3364796
Μπλίκα Αγγελική Διερεύνηση με μοριακές τεχνικές (DNA TEST) των τύπων του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) σε εμβολιασθείσες γυναίκες έναντι του ιού HPV και συσχέτισή τους με τα αποτελέσματα του κυτταρολογικού ελέγχου κατά Παπανικολάου. Ο ιός HPV αποτελεί τον συχνότερο σεξουαλικά μεταδιδόμενο λοιμογόνο παράγοντα και απαραίτητο αίτιο ανάπτυξης της τραχηλικής ενδοεπιθηλιακής νεοπλασίας και του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί περισσότεροι από 120 τύποι του ιού. Κύριος τρόπος μετάδοσης του ιού είναι η κολπική, πρωκτική, στοματογεννητική επαφή. Μεταδίδεται, επίσης, με χρήση σεξουαλικών βοηθημάτων ή και με απλή δερματική επαφή. Κυριότερες εκδηλώσεις του ιού είναι τα οξυτενή κονδυλώματα, δυσπλασίες και καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, προκαρκινικές αλλοιώσεις και καρκίνος του κόλπου και αιδοίου, καρκίνος του πέους, καρκίνος στόματος-τραχήλου κεφαλής, καρκίνος λάρυγγα και καρκίνος πρωκτού. Οι HPV σύμφωνα με το ογκογενετικό δυναμικό ή όχι που διαθέτουν διακρίνονται σε υψηλού κινδύνου (high risk), χαμηλού κινδύνου (low risk) και δυνητικά παθογόνοι (possible/probable). Μεταξύ των HPV υψηλού κινδύνου οι πλέον καρκινογόνοι θεωρούνται οι τύποι HPV 16, 18. Πρωτογενώς η πρόληψη για τη τραχηλική ενδοεπιθηλιακή αλλοίωση, τραχηλική ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία και τον διηθητικό καρκίνο του τραχήλου της μήτρας βασίζεται στον εμβολιασμό. Τα διαθέσιμα στην αγορά φέρουν τις εμπορικές ονομασίες Cervarix (διδύναμο), Gardasil (τετραδύναμο) και Gardasil-9 (εννεαδύναμο) τα οποία προφυλάσσουν από δύο, τέσσερις και εννέα τύπους HPV, αντίστοιχα. Δευτερογενώς, η πρόληψη βασίζεται στον προσυμπτωματικό έλεγχο με test Παπανικολάου, κυτταρολογία υγρής φάσης και HPV test. Στην παρούσα μελέτη, ελέγχθηκαν τραχηλικά επιχρίσματα 30 γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας που προσήλθαν για προσυμπτωματικό έλεγχο για καρκίνο του τραχήλου της μήτρας με εντολή για co-testing (HPV test+Pap test), έχοντας ήδη εμβολιασθεί έναντι του ιού HPV. Τα δείγματα ελέγχθηκαν με συμβατική κυτταρολογία (Pap test) ενώ το DNA test που χρησιμοποιήθηκε (Linear Array HPV, ROCHE) τυποποιεί 37 γονοτύπους του ιού HPV. Η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών (80%) ήταν <30 ετών, ενώ εξ αυτών (70%) εμβολιάσθηκαν μετά την έναρξη της σεξουαλικής τους ζωής με το υπόλοιπο ποσοστό (30%) να έχει εμβολιασθεί προ της ενάρξεως. Εκ των 30 γυναικών που ελέγχθηκαν με HPV DNA test, 12 γυναίκες ήταν θετικές για έναν τουλάχιστον high risk HPV τύπο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των high risk HPV γονοτύπων, όπου οι τύποι HPV 59, 52 είναι οι συχνότερα εμφανιζόμενοι με ίδια ποσοστα (23,5%). Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι δύο γυναίκες που βρέθηκαν θετικές για τους τύπους HPV 16, 18, οι οποίοι καλύπτονται από το τετραδύναμο εμβόλιο, είχαν εμβολιασθεί μετά την ενάρξη της σεξουαλικής τους ζωής. Αντίθετα, εκ των 9 εξεταζόμενων γυναικών που εμβολιάσθηκαν προ της ενάρξεως της σεξουαλικής τους ζωής, καμία δε βρέθηκε θετική για τους τύπους HPV 16, 18. Εκ του ελέγχου των 30 γυναικών με Pap test, 23 γυναίκες (76,6%) είχαν φυσιολογικό Pap test, 5 γυναίκες (16,6%) ASC-US και 2 γυναίκες (6,6%) LGSIL. Συνολικά, από τον έλεγχο co-testing, 10 εκ των 30 γυναικών ήταν HPV DNA αρνητικές-Pap test αρνητικές και τους συστήθηκε επανέλεγχος σε 3 έτη. Οι γυναίκες με HPV DNA test θετικό για high risk HPV οδηγήθηκαν σε κολποσκόπηση ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του Pap test. Παράλληλα σε κολποσκόπηση οδηγήθηκαν και οι γυναίκες με ένδειξη κυτταρολογικού ελέγχου ≥ASC-US ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του HPV DNA test. Συνολικά 15 γυναίκες υποβλήθηκαν σε κολποσκόπηση και σε 4 εξ αυτών ελήφθη βιοψία. Εκ των 4 βιοψιών μία βιοψία ήταν αρνητική, μία βιοψία χαρακτηρίσθηκε CIN I, ενώ 2 βιοψίες είχαν αλλοίωση CIN III. Εκ των 2 περιστατικών με CIN III το HPV DNA test ήταν θετικό και στις 2 γυναίκες που ελέγχθηκαν ενώ το Pap test αναγνώρισε βλάβη LGSIL στη μία γυναίκα ενώ η άλλη χαρακτηρίσθηκε ως έχουσα φυσιολογικό κυτταρολογικό έλεγχο. Και στα δύο περιστατικά CIN III εμπλέκεται ο HPV 52 που καλύπτεται πλέον από το 9V εμβόλιο. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2887884
Νικολάου Ευαγγελία Τυποποίηση στελεχών Clostridium difficile με τεχνική PCR ribotyping και την χρήση τριχοειδικής ηλεκτροφόρησης Το C. difficile αποτελεί ένα Gram θετικό, υποχρεωτικά αναερόβιο, σπορογόνο βακτήριο που μεταδίδεται μέσω της κοπρανο-στοματικής οδού. Χαρακτηριστικό σύμπτωμα του νοσήματος που προκαλεί είναι η διάρροια, με συχνότητα από 3 έως 15 φορές την ημέρα. Η σοβαρότερη εκδήλωση της νόσου έχει την εικόνα ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας με πιο σοβαρή επιπλοκή, το τοξικό μεγάκολο. Η λοίμωξη σχετίζεται με προηγούμενη λήψη αντιβιοτικών από τον ασθενή. Επίσης σημαντικό ρόλο έχει η προχωρημένη ή μη ηλικία του ασθενούς, αλλά και η διάρκεια διαμονής του ασθενούς στο νοσοκομειακό περιβάλλον. Σκοπό της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε η τυποποίηση στελεχών C. difficile με τη χρήση δύο διαφορετικών παραλλαγών της PCR-ριβοτυπίας, την PCR-ριβοτυπία με συμβατική ηλεκτροφόρηση σε gel προς επιβεβαίωση της επιτυχίας της PCR και την PCR-ριβοτυπία με τριχοειδική ηλεκτροφόρηση προς τελική εξαγωγή των αποτελεσμάτων. Στα κλινικά στελέχη που συλλέχθηκαν τα έτη 2012 και 2014 από νοσηλευόμενους ασθενείς του Γ.Ν.Α. “Λαϊκό”, πραγματοποιήθηκε έλεγχος ευαισθησίας, απομόνωση του βακτηριακού DNA και πολλαπλασιασμός επιλεγμένης αλληλουχίας αυτού με PCR. Στη συνέχεια ηλεκτροφορήθηκε με συμβατική ηλεκτροφόρηση σε gel αγαρόζης και με τριχοειδική ηλεκτροφόρηση. Με την εφαρμογή της συγκεκριμένης τεχνικής ταυτοποιήθηκε επιτυχώς το 76% του συνόλου των υπό μελέτη στελεχών. Οι τρεις επικρατέστεροι ριβότυποι που καταγράφηκαν συνολικά και για τα δύο τετράμηνα ήταν ο ριβότυπος 126 με ποσοστό 25%, ο ριβότυπος 078 με ποσοστό 14,3% και ο ριβότυπος 046 με ποσοστό 7,1% και συνολικά περιελάμβαναν το 46,4% του συνόλου των στελεχών. Όσον αφορά την σύγκριση μεταξύ των δύο ετών, οι ριβότυποι 126 και 078 υπερτερούσαν και τα δύο έτη ενώ στην τρίτη θέση το 2012 εμφανίζεται ο ριβότυπος 046 (12,5%) και το 2014 ο ριβότυπος 017 (12,5%). Σε σχέση με τον έλεγχο ευαισθησίας, τα δύο στελέχη που ήταν ανθεκτικά μόνο στη μετρονιδαζόλη ανήκαν σε όσα δεν επιτεύχθηκε η ταυτοποίηση τους. Από τα 16 στελέχη που ήταν ανθεκτικά μόνο στη μοξιφλοξασίνη, η πλειονότητα τους ανήκε στο ριβότυπο 126 (53,3%), ακολούθως οι ριβότυποι 078 και 017 αποτέλεσαν το 13,3% του συνόλου και οι ριβότυποι 020, 046 και 015 αποτέλεσαν το 6,7% του συνόλου των στελεχών. Τέλος, σε ένα στέλεχος που απομονώθηκε το 2012 και εμφάνιζε ανθεκτικότητα και στα δύο αντιβιοτικά αποδόθηκε ο ριβότυπος 078. Συμπερασματικά, με βάση τα δεδομένα που συλλέχθηκαν προκύπτει ότι η χρήση της τριχοειδικής ηλεκτροφόρησης επιτρέπει την εξαγωγή επαναλήψιμων και συγκρίσιμων αποτελεσμάτων μεταξύ των διαφορετικών εργαστηρίων καθώς έχει αυξημένη διακριτική ικανότητα και αποτελεί την βέλτιστη τεχνική από πλευράς ορθότητας. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2881399
Οικονομίδης Γεώργιος Εφαρμογές της φασματοφωτομετρίας μάζας (Maldi-TOF) στη διερεύνηση της μικροβιακής αντοχής Η εργαστηριακή διάγνωση των λοιμώξεων βασίζεται στην ταυτοποίηση των παθογόνων και στον προσδιορισμό της αντιμικροβιακής ευαισθησίας. Οι κλασσικές τεχνικές καλλιέργειας, απομόνωσης και ελέγχου ευαισθησίας των παθογόνων είναι χρονοβόρες διαδικασίες, κάτι που σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι απειλητικό για την ζωή των ασθενών. Στην παρούσα εργασία εξετάζεται η εφαρμογή της φασματομετρίας μάζας στην ταυτοποίηση των μικροοργανισμών και ειδικότερα η προσπάθεια προσδιορισμού βιοδεικτών αντιμικροβιακής αντοχής. Η MALDI-TOF (matrix-assisted laser desorption/ionization time-of-flight) είναι μία καινούρια πρωτοπόρος τεχνολογία στο τομέα της ταυτοποίησης ενώ έχει δειχθεί παράλληλα πως επιταχύνει την ανίχνευση των αντιμικροβιακών αντοχών συγκρινόμενη τόσο με τις κλασσικές μεθόδους όσο και με τις τεχνικές ενίσχυσης του γενετικού υλικού (DNA,RNA). Η νέα αυτή τεχνολογία χρησιμοποιεί τέσσερις διαφορετικές μεθοδολογίες: (I) την ανίχνευση στην διαφορά των φασμάτων μαζών των ευαίσθητων και ανθεκτικών απομονωμένων στελεχών δοθέντων μικροοργανισμών χρησιμοποιώντας την κλασσική τυποποίηση, (II) την ανάλυση της προκαλούμενης υδρόλυσης των β-λακταμικών αντιβιοτικών από τα βακτήρια, (III) την ανίχνευση των σταθερών ιχνοθετημένων με ισότοπα αμινοξέων και (IV) την ανάλυση της βακτηριακής ανάπτυξης παρουσία ή απουσία αντιβιοτικών. Η εφαρμογή της MALDI-TOF έχει βελτιώσει σημαντικά τον προσδιορισμό των αντοχών στα αερόβια, Gram-θετικά και Gram-αρνητικά βακτήρια, στα μυκοβακτηρίδια, στα αναερόβια βακτήρια, στους μύκητες και στους ιούς. Είναι μια εύκολη στην εφαρμογή διαδικασία, ταχεία, αξιόπιστη, οικονομική και φιλική προς το περιβάλλον μέθοδος. Ωστόσο, η τεχνολογία αυτή χρειάζεται περαιτέρω ανάπτυξη ερευνητικών πρωτοκόλλων για να ενταχθούν οι εφαρμογές στην συνήθη καθ’ ημέρα πράξη. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2881909
Παντελέου Ελένη Εμβόλια για παρασιτικά νοσήματα-Νεότερα δεδομένα Η παρούσα διπλωματική εργασία αφορά μια παρουσίαση του θεωρητικού πλαισίου πρόσφατων εξελίξεων για την ανοσοπροφύλαξη του ανθρώπου από τα παράσιτα. Η ύπαρξη σοβαρών λοιμώξεων έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη θνητότητα των πληθυσμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αρκετές φορές ο οργανισμός των ανθρώπων που μολύνονται από κάποια λοιμώδη νόσο, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις θεραπευτικές μεθόδους, με αποτέλεσμα να επέρχεται ο θάνατος. Ο εμβολιασμός στοχεύει στην προστασία της κοινότητας γιατί με την ανοσοποίηση μεγάλου αριθμού επίνοσων ατόμων δημιουργείται φραγμός στην εμφάνιση και την εξάπλωση επιδημιών. Λόγω της αυξανόμενης μετανάστευσης και του τουρισμού αλλά και των άσχημων συνθηκών διαβίωσης που παρατηρούνται σε αρκετές χώρες, έχουν αυξηθεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι παρασιτικές λοιμώξεις. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει παρατηρηθεί μια πρωτοφανής αύξηση στην ανάπτυξη νέων εμβολίων. Αυτή η δραστηριότητα έχει οδηγήσει σε εμβόλια που προστατεύουν από ένα ευρύτερο φάσμα ασθενειών που μπορούν να προληφθούν από το εμβόλιο, εμβόλια που μειώνουν τον αριθμό των απαιτούμενων ενέσεων και εμβόλια με βελτιωμένη ασφάλεια και καθαρότητα. Νέες μέθοδοι ανακάλυψης, υπόσχονται νέα εμβόλια για διαφορετικές ασθένειες και εξίσου αποτελεσματικά σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες. Όπως φαίνεται από τις μελέτες τα εμβόλια ενάντια στα παράσιτα είναι αρκετά δύσκολο να αναπτυχθούν και να φτάσουν και στην τελική φάση. Ωστόσο έχουν πραγματοποιηθεί κάποιες αξιόλογες και αρκετά υποσχόμενες προσπάθειες που μελλοντικά αναμένεται να αξιοποιηθούν στο μέγιστο βαθμό. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2881383
Παπαϊωάννου Βασιλική Μελέτη πολυανθεκτικών στελεχών Klebsiella pneumoniae που απομονώνονται σε νοσοκομειακούς ασθενείς Η παγκόσμια διασπορά την στελεχών K. pneumoniae, αλλά και άλλων εντεροβακτηριακών ή και άλλων βακτηρίων, που εμφανίζουν αντοχή στα αντιβιοτικά αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία και συνδέεται με αυξημένη θνησιμότητα και θνητότητα. Οι καρβαπενεμάσες, ειδικότερα, είναι ένζυμα που υδρολύουν μεγάλο εύρος β-λακταμικών αντιβιοτικών, ενώ εδράζονται σε πλασμίδια ικανά να διασπείρουν την αντοχή. Ανάπτυξη αντοχής στα αντιβιοτικά μπορεί να προκληθεί με διάφορους τρόπους, αλλά εκείνοι που προκαλούν επιδημιολογικό συναγερμό είναι όσοι μπορούν να μεταφερθούν μεταξύ στελεχών του ίδιου είδους αλλά και μεταξύ διαφορετικών βακτηρίων, μέσω πλασμιδίων. Η αντοχή στις καρβαπενέμες δεν οφείλεται αποκλειστικά σε παραγωγή καρβαπενεμάσης, αλλά ο συγκεκριμένος τρόπος αντοχής είναι που προσελκύει το ενδιαφέρον καθώς είναι μεταφερόμενος. Οι συνηθέστεροι τύποι καρβαπενεμασών είναι οι KPC, οι μεταλλο-β-λακταμάσες (MBL), όπως οι VIM και οι NDM, καθώς και οι OXA-48 (OXA-καρβαπενεμάσες, οξακιλλινάσες). Η συχνότητα απομόνωσης στελεχών που παράγουν καρβαπενεμάσες παρουσιάζει διακυμάνσεις. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι να μελετηθούν οι μηχανισμοί αντοχής στελεχών K. pneumoniae, που απομονώθηκαν από δείγματα ασθενών τριτοβάθμιου Γενικού νοσοκομείου κατά τη διάρκεια ενός έτους. Συνολικά ελέγχθηκαν από καλλιέργειες δειγμάτων ασθενών 157 στελέχη K. pneumoniae. Από τα στελέχη που μελετήθηκαν 66 προέρχονταν από καλλιέργειες αίματος. Η ταυτοποίηση και ο έλεγχος ευαισθησίας έγιναν με το αυτοματοποιημένο σύστημα Vitek 2 (bioMerieux, Marcy l’Etoile, France), ενώ για τον έλεγχο ευαισθησίας στην κολιστίνη χρησιμοποιήθηκε και μέθοδος προσδιορισμού της MIC με μικροαραιώσεις σε ζωμό. Έγινε φαινοτυπικός έλεγχος για την παρουσίας καρβαπενεμάσης με τη χρήση του Modified Hodge test και με τη δοκιμασία συνδυασμού δίσκων καρβαπενέμης με αναστολείς καρβαπενεμάσης (δίσκοι μεροπενέμης 10 μg, αυτούσιοι και με προσθήκη EDTA και φαινυλβορονικού οξέος (PBA), ενώ για την ταχεία ανίχνευση του τύπου της καρβαπενεμάσης χρησιμοποιήθηκε μέθοδος ανοσοχρωματογραφίας με την ικανότητα διάκρισης των OXA-48, KPC και NDM καρβαπενεμασών (Resist-3 O.K.N. K-Set, Coris BioConsept, Belgium). Επιπλέον έγινε μοριακός έλεγχος των στελεχών με αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR), οπότε αναζητήθηκαν γονίδια που κωδικοποιούν την παραγωγή TEM, SHV, CTX-M, OXA-1, OXA-2, KPC, NDM, VIM και NDM β-λακταμασών. Στην παρούσα μελέτη, τόσο από τις φαινοτυπικές δοκιμασίες όσο και από τον μοριακό έλεγχο, προέκυψε ότι η καρβαπενεμάση με το μεγαλύτερο ποσοστό απομόνωσης ήταν η KPC. Υπήρχε συμφωνία των φαινοτυπικών δοκιμασιών με τη μοριακή μέθοδο όσον αφορά το ποσοστό απομόνωσης της KPC: 37,6% με τη μοριακή μέθοδο έναντι 34,4% με τη φαινοτυπική. Συνολικά, πάντως, τα στελέχη με γονίδια ικανά να παράγουν KPC καρβαπενεμάσες ήταν περισσότερα καθώς υπήρχαν αρκετά στελέχη με ταυτόχρονη παρουσία blaKPC και blaNDM, ή ταυτόχρονη παρουσία blaKPC και blaVIM ή τέλος ταυτόχρονη παρουσία blaKPC και blaOXA-48. Αναφορικά με τα γονίδια blaOXA-48, πέραν της ταυτόχρονης παρουσίας τους με blaKPC, υπήρξαν και 3 στελέχη στα οποία ανιχνεύτηκαν ταυτόχρονα blaNDM και blaOXA-48 και 1 στέλεχος στο οποίο ανιχνεύτηκαν ταυτόχρονα blaVIM και blaOXA-48. Τα στελέχη με γονίδια blaOXA-48, με βάση τη μοριακή μέθοδο, ήταν τα δεύτερα σε συχνότητα απομόνωσης γονίδια (22,9%). Παρόμοιο ήταν και το ποσοστό των ύποπτων για παραγωγή OXA-48 καρβαπενεμάσης με βάση τις φαινοτυπικές μεθόδους (26,75%). Σε όλα τα ύποπτα στελέχη εφαρμόστηκε ανοσοχρωματογραφία και ήταν θετική για OXA-48. Τρίτα σε συχνότητα απομόνωσης ήταν τα NDM στελέχη, σε ποσοστό 8,3%. Μεγαλύτερο ακόμη ήταν το ποσοστό των blaNDM γονιδίων που απομονώθηκαν ταυτόχρονα με blaKPC. Το ποσοστό των στελεχών που παρήγαγαν VIM καρβαπενεμάση ήταν 4,5 %, ενώ υπήρχε και 1 στέλεχος με ταυτόχρονη παρουσία blaOXA-48 και blaNDM και 12 στελέχη με ταυτόχρονη παρουσία blaKPC και blaVIM.. Η εξάπλωση των πολυανθεκτικών στελεχών K. pneumoniae αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία. Η επιτήρηση των μηχανισμών αντοχής των πολυανθεκτικών στελεχών είναι ουσιώδης για λόγους επιδημιολογικούς και ελέγχου των λοιμώξεων, όσο και για την επιλογή της κατάλληλης εμπειρικής θεραπείας ή την αποκλιμάκωση της ήδη χορηγούμενης. Στην κατεύθυνση αυτή, σημαντική είναι η επιλογή της μεθόδου για την αναζήτηση των μηχανισμών αντοχής. Μέθοδοι αναφοράς είναι οι μοριακές μέθοδοι. Έχουν, ωστόσο, το μειονέκτημα του υψηλού κόστους και της απαίτησης για ειδικό εξοπλισμό και εξειδικευμένο προσωπικό. Για το λόγο αυτό ιδιαίτερα χρήσιμες αποδεικνύονται και άλλες μέθοδοι, όπως οι φαινοτυπικές ή οι μέθοδοι ανοσοχρωματογραφίας. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2888034
Σιούτα Ευαγγελία Ταυτοποίηση ζυμομυκήτων με φασματομετρία μάζας (Maldi-TOF) Τα είδη Candida, ζυμομύκητες του περιβάλλοντος και αποικιστές κυρίως του γαστρεντερικού σωλήνα του ανθρώπου, αποτελούν σημαντικό, ευκαιριακό παθογόνο διεισδυτικών και επιφανειακών λοιμώξεων. Η ταυτοποίησή τους είναι σημαντική, όχι μόνο για επιδημιολογικούς, αλλά και για θεραπευτικούς σκοπούς, μια και τα όρια ευαισθησίας εξαρτώνται από το είδος της Candida. Η ταυτοποίηση των διαφόρων ειδών Candida γίνεται τόσο με συμβατικές μεθόδους όπως η δοκιμασία βλαστικού σωλήνα (germ tube) η μακροσκοπική εμφάνιση των αποικιών σε Sabouraud Dextrose άγαρ και σε χρωμογόνα καλλιεργητικά υλικά και με βιοχημικές μεθόδους χρησιμοποιώντας διάφορα εμπορικά συστήματα τύπου ΑΡΙ, καθώς και με νεότερες μοριακές μεθόδους. Πρόσφατα σε αυτές τις νεότερες μεθόδους, προστέθηκε και η φασματομετρία μάζας. (MALDI-TOF MS) Στην παρούσα μελέτη έγινε σύγκριση των αποτελεσμάτων ταυτοποίησης ειδών Candida με το εμπορικό σύστημα API ΙD32C (bioMerieux, Marcy l’ Etoile, France) με τα αποτελέσματα από το σύστημα φασματομετρίας μάζας Vitek-MS (bioMerieux). Συνολικά μελετήθηκαν 30 στελέχη ζυμομυκήτων από τη βιβλιοθήκη στελεχών του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Τα αποτελέσματα του Vitek-MS ήταν συμβατά με αυτά του API ID32C σε ποσοστό 85,7%. Η διαφορά μεταξύ των αποτελεσμάτων υπολογίστηκε σε ποσοστό 14,3%, ενώ υπήρχε και ένα ποσοστό 6,7%% που δεν ταυτοποιήθηκε με το API ID32C, ενώ ταυτοποιήθηκε από το Vitek MS. Το είδος με το μεγαλύτερο ποσοστό διαφωνίας ήταν η Candida tropicalis. Το σύστημα Vitek MS θεωρήθηκε πιο αξιόπιστο από το API ID32C και μείωσε τον χρόνο που απαιτείται για την ταυτοποίηση ζυμομυκήτων.
Τζουμακίδου Ελένη ρόλος του πολυμορφισμού CYP2C19*2 στην αιμοπεταλιακή απάντηση στην κλοπιδογρέλη σε στεφανιαίους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ Η στεφανιαία νόσος κατέχει πρωτεύουσα θέση στα αίτια θανάτου στις περισσότερες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, ενώ είναι υπεύθυνη και για ένα σημαντικό ποσοστό θανάτων ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη. Τα αιμοπετάλια -κύτταρα με καθοριστική συμβολή στη δημιουργία αγγειακών θρόμβων- αποτελούν εδώ και δεκαετίες αντικείμενο έρευνας στo πλαίσιo της μεγάλης προσπάθειας που πραγματοποιείται για τη πρόληψη, τη θεραπεία αλλά και τον περιορισμό των υποτροπών των ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η ασπιρίνη και η κλοπιδογρέλη συνιστούν δυο δραστικές αντιαιμοπεταλιακές ουσίες που χρησιμοποιούνται ως θεμελιώδης θεραπεία, δευτερογενούς κυρίως πρόληψης, καρδιαγγειακών ασθενών, σακχαροδιαβητικών ή μη. Η κλοπιδογρέλη ανήκει στις θειενοπυριδίνες, ο μηχανισμός δράσης της οποίας στοχεύει στη μη αναστρέψιμη αναστολή της αιμοπεταλιακής συσσώρευσης, ενώ η εισαγωγή της στη θεραπευτική φαρέτρα των κλινικών ιατρών συνεισέφερε σημαντικά στη μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Τα ισχαιμικά συμβάματα όμως που εξακολουθούν να καταγράφονται σε ασθενείς υπό θεραπεία οδήγησαν στην ανάδειξη του φαινομένου της «αντίστασης στην κλοπιδογρέλη», ειδικότερα στη μη ικανοποιητική ή ποικιλότροπη ανταπόκριση των ασθενών στο φάρμακο, επί το πλείστον μελετημένη σε στεφανιαίους ασθενείς μετά από τοποθέτηση stent. Εργαστηριακά, η μεταβλητή αυτή ανταπόκριση των ασθενών στην κλοπιδογρέλη δύναται να καταγραφεί από τις εργαστηριακές δοκιμασίες λειτουργικότητας των αιμοπεταλίων ως παρουσία HPR (υψηλή αιμοπεταλιακή αντιδραστικότητα) η οποία σε πληθώρα μελετών φαίνεται να συσχετίζεται με αξιοσημείωτου βαθμού ισχαιμικές επιπλοκές. Η παγκόσμια προσπάθεια διερεύνησης του φαινομένου της «αντίστασης στην κλοπιδογρέλη» αναδεικνύει κυρίως μια πολυπαραγοντική οντότητα από την οποία ευρέως μελετημένοι είναι γενετικοί πολυμορφισμοί πρωτίστως ενζύμων που εμπλέκονται στο μεταβολισμό του φαρμάκου στο ήπαρ. Ο ενζυμικός γενετικός πολυμορφισμός CYP2C19*2 φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους φαρμακοκινητικά και φαρμακοδυναμικά τη θεραπευτική έκβαση των καρδιαγγειακών ασθενών υπό κλοπιδογρέλη, ωστόσο αρκετές και μεγάλες μελέτες επ΄αυτού παραμένουν αντικρουόμενες. Η παρούσα εργασία επιχειρεί τη διερεύνηση του ρόλου του συγκεκριμένου πολυμορφισμού του ενζύμου CYP2C19 σε καρδιαγγειακούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ υπό σταθερή αγωγή με κλοπιδογρέλη, στην εμφάνιση υψηλής αντιδραστικότητας των αιμοπεταλίων (HPR) -έτσι όπως εκτιμάται με την εργαστηριακή δοκιμασία LTA (δοκιμασία οπτικής θολοσιμετρικής συσσώρευσης)- και στην επίπτωση των ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων και κατά συνέπεια στην ανταπόκριση των ασθενών αυτών στην αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία. Στο γενικό μέρος περιγράφονται ο ρόλος των αιμοπεταλίων στην πρωτογενή φυσιολογική αιμόσταση αλλά και στην αθηροθρόμβωση, οι κατηγορίες των αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων και ο μηχανισμός δράσης τους, οι εργαστηριακές δοκιμασίες εκτίμησης της αιμοπεταλιακής λειτουργικότητας, τα αίτια της αντίστασης στην κλοπιδογρέλη που βρίσκονται υπό συνεχή έρευνα και τα πιθανά αίτια της ελαττωμένης ανταπόκρισης των σακχαροδιαβητικών ασθενών στο φάρμακο. Στο ειδικό μέρος της εργασίας καταγράφονται ο σκοπός, οι μέθοδοι, η στατιστική ανάλυση, τα αποτελέσματα και η συζήτηση με τα συμπεράσματα της έρευνας. Το κύριο εύρημα της μελέτης μας καταδεικνύει έναν αξιοσημείωτο προγνωστικό ρόλο της παρουσίας της υψηλής αιμοπεταλιακής δραστικότητας (HPR), αλλά και της LTA δοκιμασίας με την οποία εκτιμήθηκε η HPR, αφού η μέγιστη αιμοπεταλιακή συσσώρευση στην LTA, συσχετίστηκε σε ένα ποσοστό καρδιαγγειακών σακχαροδιαβητικών ασθενών υπό κλοπιδογρέλη, με εμφάνιση μείζονων καρδιαγγειακών συμβαμάτων (MACE). Η ενδεχόμενη διατήρηση της HPR κάτω από συγκεκριμένα ποσοτικά όρια, ώστε να περιοριστεί η δυσμενής κλινική έκβαση, φαίνεται να χρήζει περαιτέρω διερεύνησης και κατανόησης. O ενζυμικός γενετικός πολυμορφισμός CYP2C19*2 στην παρούσα μελέτη, δε φάνηκε να επηρεάζει ούτε την κλινική έκβαση των εξεταζόμενων ασθενών (παρουσία MACE ή καρδιαγγειακού θανάτου) αλλά ούτε και την φαρμακοδυναμική ανταπόκριση στην κλοπιδογρέλη. Επί του παρόντος οι μελέτες που αναφέρονται σε ασθενείς-φορείς ενός μόνο αλληλίου του συγκεκριμένου πολυμορφισμού μειωμένης λειτουργικότητας και την επίδρασή του στην αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία, αν και σημαντικές στη διερεύνηση του φαινομένου της «αντίστασης στην κλοπιδογρέλη», παράγουν αντικρουόμενα ευρήματα. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2882258
Τόλιζα Ιωάννα Έλεγχος της ευαισθησίας στη φωσφομυκίνη πολυανθεκτικών GRAM-αρνητικών παθογόνων μικροβίων Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις (health care associated infections) όπως οι βακτηριαιμίες και οι λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού από πολυανθεκτικά παθογόνα αποτελούν απειλή για την δημόσια υγεία. Τα βακτήρια που είναι υπεύθυνα γι’ αυτές ανήκουν στη πλειοψηφία τους στην οικογένεια των gram- παθογόνων με κύρια τα εντεροβακτηριακά, την P.aeruginosa και το A.baumanii.Πολύ σημαντική για την έκβαση της πορείας του ασθενούς είναι η έγκαιρη διάγνωση τους με συνδυασμό κλασικών και ταχέων μοριακών και μη μοριακών μεθόδων ανίχνευσης παθογόνων. Απαραίτητη είναι επίσης η ανίχνευση γονιδίων αντοχής σε αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται ευρέως σε λοιμώξεις από gram- στελέχη όπως οι καρβαπενέμες. Η ανίχνευση των καρβαπενεμασών μπορεί να γίνει με φαινοτυπικές, βιοχημικές, μοριακές αλλά και μη νουκλεοτιδικές μεθόδους όπως η μέθοδος της ανοσοχρωματογραφίας. Η φωσφομυκίνη παρότι αποτελεί προς το παρόν φάρμακο εκλογής για μη επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού δοκιμάζεται με επιτυχία έναντι στελεχών που παράγουν καρβαπενεμάσες μόνη της ή και συνδυαστικά με άλλα αντιβιοτικά. Στη παρούσα εργασία έγινε ο έλεγχος ευαισθησίας στη φωσφομυκίνη και στις καρβαπενέμες 36 gram αρνητικών βακτηριακών στελεχών από ασθενείς του νοσοκομείου «ΑΤΤΙΚΟΝ». Για τον έλεγχο ευαισθησίας στη φωσφομυκίνη χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος αραίωσης σε άγαρ που αποτελεί και τη μέθοδο αναφοράς. Για την ανίχνευση των παθογόνων και των γονιδίων αντοχής χρησιμοποιήθηκαν :το διαγνωστικό σύστημα FilmArray, το αυτοματοποιημένο σύστημα Phoenix,η τεχνική της ανοσοχρωματογραφίας για ταχεία ανίχνευση καρβαπενεμασών και τέλος η μέθοδος της multiplex PCR για την ανίχνευση των γονιδίων blaKPC, blaNDM, blaOXA-48,blaVIM και blaIMP. Από τα παραπάνω προέκυψαν ότι από τα 36 δείγματα τα 6 μόνο παρουσίασαν αντοχή στη φωσφομυκίνη και όλα τους παρήγαγαν κάποια καρβαπενεμάση. Τα αποτελέσματα διεθνών μελετών συμπνέουν με τις εκτιμήσεις της παρούσας εργασίας και στρέφονται προς την χρήση της φωσφομυκίνης ενδοφλεβίως για την αντιμετώπιση MDR παθογόνων με θετικά in vitro αποτελέσματα συνέργειας με άλλα αντιβιοτικά σε περίπτωση αντοχής. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2885150



Διπλωματικές εργασίες 2018-20

Ονοματεπώνυμο Τίτλος Διπλωματικής Κείμενο περίληψης Μόνιμη Διεύθυνση-ΠΕΡΓΑΜΟΣ
Βασιλαδιώτη Μαρία Σύγχρονες μοριακές μέθοδοι διάγνωσης της ελονοσίας Εισαγωγή Η ταχεία και ακριβής ανίχνευση του αιτιολογικού παράγοντα της ελονοσίας στον άνθρωπο, των πρωτοζωικών παρασίτων Plasmodium, είναι ζωτικής σημασίας για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας και για τον έλεγχο αυτής της καταστροφικής νόσου που πλήττει εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν σε ενδημικές περιοχές. Σκοπός Ο σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διενέργεια συστηματικής ανασκόπησης με στόχο τη διερεύνηση των σύγχρονων μοριακών μεθόδων διάγνωσης της ελονοσίας που δημοσιεύτηκαν την τελευταία πενταετία, 2016-2020, και ταυτόχρονα η συγκριτική αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους. Μεθοδολογία Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση βιβλιογραφίας στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων PubMed, UpToDate και Google Scholar. Οι λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν είναι molecular diagnosis malaria. Η ημερομηνία δημοσίευσης των αναζητούμενων άρθρων είναι από τον Ιανουάριο του 2016 έως και το Σεπτέμβριο του 2020. Τα άρθρα αναφέρονται σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη σύγκριση διαφόρων μοριακών μεθόδων διάγνωσης της ελονοσίας. Η επιλογή των μελετών που τελικά συμπεριελήφθησαν στη συστηματική ανασκόπηση, έγινε με βάση τον τίτλο, την περίληψη και το κυρίως κείμενο του άρθρου. Αποτελέσματα Η γεωγραφική προέλευση των εξεταζόμενων δειγμάτων αφορά κυρίως την Αφρική και τη Νότια Ασία. Από το 2016 έως και το 2019 οι πιο συχνά μελετώμενες διαγνωστικές μέθοδοι είναι η ανοσοχρωματοματογραφία, η PCR και η LAMP. Παράλληλα, αναφέρονται μελέτες πρωτοποριακών διαγνωστικών μεθόδων με ικανοποιητικά αποτελέσματα όσον αφορά το όριο ανίχνευσης, την ευαισθησία, την ειδικότητα και την προγνωστική αξία. Συμπεράσματα Δεν υπάρχει κάποια μέθοδος από τις ανωτέρω που να υπερτερεί σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες σε όλα τα χαρακτηριστικά της. Ο κάθε χρήστης ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιεί την εκάστοτε μέθοδο και τα μέσα που διαθέτει, καλείται να επιλέξει την καλύτερη για αυτόν μέθοδο, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που θεωρεί απαραίτητα, καθώς απόλυτη σύγκριση δεν δύναται να πραγματοποιηθεί. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2959066
Βλάχος Σαράντης Υποδοχέας κορτιζόλης στο stress στον σακχαρώδη διαβήτη Το στρες αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 2 αλλά και επιδεινώνει τις επιπλοκές σε ήδη διαγνωσμένους ασθενείς με διαβήτη. Κοινά χαρακτηριστικά των ασθενών με κατάθλιψη (η καλύτερα μελετημένη μορφή στρες) και των ασθενών με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 είναι οι διαταραχές του μεταβολισμού (υπεργλυκαιμία, υπερλιπιδαιμία) και οι διαταραχές του ανοσοποιητικού (φλεγμονή) οφειλόμενα σε υπερλειτουργία του άξονα Υποθάλαμος – Υπόφυση – Επινεφρίδια που τελικά οδηγεί σε χρόνια υποκλινική υπερκορτιζολαιμία. Αφού η υπερκορτιζολαιμία είναι ο βιολογικός σύνδεσμος της κατάθλιψης με τον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι μήπως ο υποδοχέας της κορτιζόλης είναι το βιολογικό κλειδί που συνδέει τα δύο νοσήματα. Η κορτιζόλη ασκεί τη δράση της στα κύτταρα στόχους της μέσω σύνδεσης στον υποδοχέα της, ο οποίος διεγειρόμενος ρυθμίζει την έκφραση γονιδίων στο γενετικό υλικό του κυττάρου τροποποιώντας τη λειτουργία του. Στη παρούσα ανασκόπηση παρουσιάζονται τα αποτελέσματα ερευνών που μελετούν αλλαγές σε μοριακό επίπεδο αλλά και στη λειτουργία του υποδοχέα της κορτιζόλης οι οποίες φαίνεται πως σχετίζονται με καταστάσεις που προδιαθέτουν ή συνοδεύουν τον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου2 (παχυσαρκία, υπεργλυκαιμία, δυσλιπιδαιμία, αντίσταση στην ινσουλίνη, υπερκορτιζολαιμία). https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2956684
Γιαννακάκη Μαρία Μοριακή διαγνωστική στην φυματίωση. Ιστορικά στοιχεία και παρούσα κατάσταση Η Φυματίωση (ΤΒ) παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την παγκόσμια υγεία. Αποτελεί σοβαρή νόσο με αδικαιολόγητη νοσηρότητα και θνησιμότητα. Παγκοσμίως, καταγράφονται ετησίως πάνω από 10 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις φυματίωσης σε όλο τον κόσμο και περίπου 2 εκατομμύρια θάνατοι. Ανησυχητικό φαινόμενο αποτελεί η αύξηση των πολυανθεκτικών και των εκτεταμένα ανθεκτικών (MDR και XDR) στελεχών. Το Mycobacterium tuberculosis complex (MTBC) περιλαμβάνει οκτώ είδη, το Mycobacterium tuberculosis, το Μycobacterium africanum, το Μycobacterium canetti, το Μycobacterium bovis, το Μycobacterium bovis Bacillus Calmette Guérin (BCG) , το Μycobacterium microti , το Μycobacterium caprae και το Μycobacterium pinnipedii. Το Mycobacterium tuberculosis (MTB) που προκαλεί τη φυματίωση είναι ένα μικρό, αργά αναπτυσσόμενο βακτήριο που μπορεί να ζήσει μόνο στους ανθρώπους. Το MTB είναι αερόβιο βακτήριο, ένας προαιρετικά ενδοκυττάριος μικροοργανισμός, συνήθως των μακροφάγων, και έχει έναν αργό ρυθμό αναπαραγωγής, 15-20 ώρες, Το διακριτό χαρακτηριστικό όλων των ειδών του γένους είναι ότι το κυτταρικό τοίχωμα είναι παχύτερο από ό,τι σε άλλα βακτήρια, και είναι υδρόφοβο, κηρώδες και πλούσιο σε μυκολικά οξέα. Η κλωνική εξέλιξή του MTB οδήγησε σε απογόνους με διαφορετικές εξελικτικές πορείες και λοιμογονικότητα. Η μελέτη του σε μοριακό επίπεδο ανέδειξε: α) διατηρημένους γενετικούς τόπους για την ανίχνευσή του όπως το 16S rDNA, οι ITS β) μεταβλητούς τόπους του γονιδιώματός του (τρανσποζόνια όπως η αλληλουχία εισαγωγής IS6110) γ) συνώνυμα και μη συνώνυμα SNP Οι αλληλουχίες εισαγωγής και τα SNPs βοηθούν στην κατάταξή του MTB σε στελέχη και στην ανίχνευση αντοχών του στα αντιφυματικά φάρμακα. Το σημείο εκκίνησης της διάγνωσης της φυματίωσης πρέπει να είναι η συνεργασία του κλινικού με τον εργαστηριακό ιατρό. Ο ρόλος του κλινικού εργαστηρίου συνίσταται στην ανίχνευση, ταυτοποίηση, και επιβεβαίωση με επιστημονικά μέσα της νόσου αλλά και στη πρόληψή της που είναι τελικά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισής της φυματίωσης. Η πιο γρήγορη εξέταση για την διάγνωση της φυματίωσης είναι η μικροσκόπηση. Είναι σημαντικό ότι η θετική μικροσκοπική εξέταση επιβεβαιώνει την κλινική εικόνα ενώ η αρνητική δεν αποκλείει τη νόσο. Η εργαστηριακή επιβεβαίωση της νόσου γίνεται με την απομόνωση του MTB στην καλλιέργεια και αυτό αποτελεί και το gold standard της διάγνωσης. Οι πρώτες μέθοδοι ανίχνευσης βασίστηκαν σε φαινοτυπικά χαρακτηριστικά, όπως η μορφολογία των αποικιών, η ευαισθησία σε φάρμακα κατά της φυματίωσης κα. Η χρησιμότητα αυτών των μεθόδων περιορίζεται σοβαρά από τη φαινοτυπική μεταβλητότητα των μυκοβακτηριδίων. Ο διαχωρισμός μεταξύ των στελεχών με βάση τα βιοχημικά και ορολογικά χαρακτηριστικά τους είναι ακόμη πιο ανεπιτυχής. Ένα σημείο καμπής σε αυτήν την αναζήτηση ήταν η ανάπτυξη των εργαλείων της μοριακής βιολογίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Οι μοριακές μέθοδοι, κυρίως οι δοκιμασίες που βασίζονται σε ανιχνευτές και στην PCR έχουν μεγάλη αξία σήμερα στην παροχή έγκαιρης διάγνωσης λόγω της ευαισθησίας και της ταχύτητάς τους στην παροχή αποτελεσμάτων. Η γονοτύπηση (genotyping) χρησιμοποιείται για την ανίχνευση διαφορετικών στελεχών του MTB, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να ληφθούν πληροφορίες σχετικά με τα μοτίβα των στελεχών εξάπλωσης, λοιμογονικότητας και παθογένειας. Οι τεχνικές που βασίζονται στο DNA έχουν φέρει επανάσταση στην επιδημιολογία της φυματίωσης και άλλων μυκοβακτηριδιακών νόσων, καθώς επιτρέπουν την εξέταση ολόκληρου του γονιδιώματος που είναι μοναδικό και σχετικά σταθερό για κάθε στέλεχος. Επί του παρόντος, αναπτύσσεται και αξιολογείται ένα ευρύ φάσμα μοριακών δοκιμών για την ανίχνευση της φυματίωσης και ενώ ορισμένες δοκιμές προορίζονται για εργαστήρια αναφοράς, άλλες στοχεύουν σε χρήση παρά την κλίνη του ασθενούς και άλλες σε εγκαταστάσεις περιφερειακής υγειονομικής περίθαλψης. Αυτές οι εξελίξεις αναμένεται να αυξήσουν την πρόσβαση σε μοριακής δοκιμές φυματίωσης για μεγαλύτερους πληθυσμούς ασθενών. Όσον αφορά τον έλεγχο ευαισθησίας στα φάρμακα, τα NAAT και η αλληλούχηση επόμενης γενιάς μπορούν να παρέχουν αποτελέσματα πολύ ταχύτερα από την παραδοσιακή φαινοτυπική καλλιέργεια. Πράγματι η πρόοδος στη μοριακή διάγνωση της φυματίωσης την τελευταία δεκαετία οδήγησε σε δοκιμές φυματίωσης που είναι πολύ ακριβείς και γρηγορότερες από τις συμβατικές μικροβιολογικές δοκιμές και οι αναδυόμενες τεχνολογίες υπόσχονται να συνεχίσουν αυτήν την τάση. Πχ τα NAAT έχουν θετικό κλινικό αντίκτυπο. γιατί οδηγούν σε μείωση του χρόνου έως τη διάγνωση της φυματίωσης και του χρόνου για την έναρξη της θεραπείας, και η χρήση τους οδηγεί σε ολοένα αυξανόμενους αριθμός ασθενών που εξετάζονται και ξεκινούν θεραπεία κατά της ΤΒ. Παρόλο που εξακολουθούν να είναι ακριβές ακόμη και σήμερα, θα βοηθήσουν στη συνολική εξοικονόμηση για τον ασθενή παρέχοντας έγκαιρη διάγνωση. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι χωρίς την κατάλληλη χρήση των ΝΑΑΤ (στέρεα συστήματα υγείας, επίτευξη της παρακολούθησης του ασθενούς κα) ο κλινικός αντίκτυπός τους δηλαδή η μείωση της θνητότητας ή της υποτροπής της ΤΒ θα είναι μικρότερος από τον αναμενόμενο. Έτσι, για να βελτιωθεί ο κλινικός αντίκτυπος των μοριακών δοκιμών για τη φυματίωση απαιτείται η εισαγωγή τους σε λειτουργικά και ενισχυμένα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης (είτε αυτά αφορούν κάποια νοσοκομειακή εγκατάσταση είτε το σημείο φροντίδας του ασθενούς) τα οποία θα μπορούν να ανταποκριθούν σε εστίες επιδημιών όπου και απαιτείται εξέταση πολλών ασθενών. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η διαμόρφωση συστημάτων υγείας υψηλής ποιότητας παντού που θα επιτρέψουν στα NAAT να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους και να αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος ενός ψηφιακά συνδεδεμένου, επανασχεδιασμένου συστήματος φροντίδας φυματίωσης με επίκεντρο τον ασθενή. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2945084
Γριβοκωστόπουλος Κωνσταντίνος Αξιολόγηση πολυπλεκτικής Real-time PCR στην ανίχνευση μυκήτων υπεύθυνω ονυχομυκητιάσεων Εισαγωγή: Αιτιολογικοί παράγοντες της ονυχομυκητίασης είναι δερματόφυτα, ζυμομύκητες, καθώς και μη δερματοφυτικοί υφομύκητες. Διάφοροι παράγοντες όπως η ονυχοδυστροφία, η ψωρίαση και η εμπειρική, χωρίς εργαστηριακή τεκμηρίωση, θεραπευτική αντιμετώπιση δημιουργούν ιδιαίτερα προβλήματα στη διάγνωση. Οι κλασικές μεθοδολογίες διάγνωσης είναι η άμεση μικροσκοπική εξέταση των ρινισμάτων των νυχιών, η καλλιέργεια και η ιστολογική εξέταση, που συχνά είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες. Η εφαρμογή μοριακών τεχνικών έχει βοηθήσει στη βελτίωση της ευαισθησίας και στη μείωση του χρόνου διάγνωσης σε περίπτωση ονυχομυκητίασης. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η εφαρμογή ταχείας πολυπλεκτικής (multiplex) – real time PCR (RT-PCR) μεθόδου στην ταυτόχρονη ανίχνευση και ταυτοποίηση δερματοφύτων και μη δερματοφύτων σε δείγματα νυχιών ασθενών με κλινική διάγνωση πιθανής ονυχομυκητίασης και η σύγκρισή της με τις κλασικές μεθόδους διάγνωσης, την άμεση μικροσκοσκοπική εξέταση και την καλλιέργεια. Υλικό και Μέθοδος: Υλικό αποτέλεσαν 68 ξέσματα νυχιών από ασθενείς με πιθανή ονυχομυκητίαση που προσήλθαν για εξέταση στα Εξωτερικά Ιατρεία του Νοσοκομείου “Α. Συγγρός”. Σε αυτά εφαρμόστηκε, εκτός της άμεσης μικροσκοπικής εξέτασης με KOH 20% και της καλλιέργειας σε Sabouraud Dextrose Agar 2%, η πολυπλεκτική, RT-PCR μεθοδολογία DermaGenius® (DG) (PathoNostics, The Netherlands). Αυτή επιτρέπει ταυτόχρονα την άμεση ανίχνευση και ταυτοποίηση των Trichophyton rubrum, T. interdigitale και C. albicans. Αποτελέσματα: Συνολικά, από τα 68 δείγματα από ισάριθμους ασθενείς που μελετήθηκαν, 31 (45.6%) βρέθηκαν θετικά με την RT-PCR (:18 για T. rubrum, 2 για T. interdigitale, 10 για C. albicans και 1 για T. rubrum & C. Albicans), ενώ 42 (61.8%) με τις κλασικές μεθόδους διάγνωσης [35 με μικροσκοπική εξέταση και καλλιέργεια (:18 για T. rubrum, 1 για T. interdigitale, 14 για C. albicans και 2 για S. Brevicaulis), 4 μόνο με μικροσκοπική (:2 για T. rubrum, 1 για T. interdigitale και 1 για C. albicans) και 3 μόνο με καλλιέργεια (:2 για Aspergillus spp. και 1 για Fusarium spp.)]. Με τη χρήση της RT-PCR αυξήθηκε η ταυτοποίηση σε επίπεδο γένους και είδους κατά 11.7% (4 δείγματα με άμεση μικροσκοπική θετικά και καλλιέργεια αρνητικά). Επίσης βρέθηκαν 1 δείγμα με διπλή μόλυνση (T. rubrum και C. albicans) και 1 δείγμα θετικό για T. rubrum ενώ ήταν αρνητικό με τις κλασικές τεχνικές. Λαμβάνοντας ως μέθοδο αναφοράς (gold standard) θετική άμεση μικροσκόπηση με ή χωρίς θετική καλλιέργεια, η RT-PCR είχε ευαισθησία, ειδικότητα, θετική και αρνητική προγνωστική αξία: 81.1%, 96.2%, 96.8% και 83.3% αντίστοιχα. Τέλος, προηγηθείσα λήψη αντιμυκητικής αγωγής δεν επηρέασε το αποτέλεσμα της RT-PCR, [4 δείγματα (1 αρνητικό με κλασικές τεχνικές και 3 θετικά με την μικροσκοπική εξέταση και αρνητικά με την καλλιέργεια) από ασθενείς που είχαν λάβει συστηματική ή τοπική αντιμυκητιακή αγωγή βρέθηκαν RT-PCR-θετικά: 3 για T. rubrum, και 1 για C. albicans]. Συμπέρασμα: Η εφαρμογή της πολυπλεκτικής RT-PCR αποτελεί μία εύκολη και ταχεία μέθοδο για την άμεση ανίχνευση και ταυτοποίηση των Τ. rubrum, T. interdigitale και C. albicans σε δείγματα νυχιών. Πλεονέκτημα της μεθόδου είναι η δυνατότητα ανίχνευσης του υπεύθυνου μύκητα ακόμη και μετά από προηγηθείσα θεραπευτική αγωγή, καθώς και η ανίχνευση διπλής λοίμωξης. Επομένως μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματικό εργαλείο των κλασικών μεθοδολογιών στη διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενών με πιθανή ονυχομυκητίαση. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3056884
Δούκα Σοφία Ταυτοποίηση άτυπων Μυκοβακτηριδίων με κλασικές και μοριακές μεθόδους Τα μυκοβακτηρίδια ανήκουν στην οικογένεια των μυκοβακτηριοειδών (Mycobacteriaceae) και στο φύλο των ακτινοβακτηριδίων (Actinobacteria). Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί και ταξινομηθεί περισσότερα από 200 είδη ενώ η ταξινόμηση τους συνεχώς μεταβάλλεται με την προσθήκη νέων ειδών και την αλλαγή στην ταξινόμηση των ήδη υπαρχόντων. Σύμφωνα με τη νεότερη ταξινόμηση η οικογένεια Mycobacteriaceae περιλαμβάνει 5 γένη. Ανάλογα με το τάχος ανάπτυξης τους διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα ταχέως και τα βραδέως αναπτυσσόμενα και ανάλογα με την παθογονικότητα τους σε διακρίνονται τρείς μεγάλες κατηγορίες, τα είδη που ανήκουν στο υποχρεωτικά παθογόνο Mycobacterium tuberculosis complex (σύμπλεγμα του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης) και προκαλεί φυματίωση στον άνθρωπό και στα ζώα, στο υποχρεωτικά παθογόνο είδος Mycobacterium leprae (Μυκοβακτηρίδιο της Λέπρας) που προκαλεί την λέπρα και στα άτυπα μυκοβακτηρίδια (Non Tuberculous Mycobacteria NTM) που είναι σαπρόφυτα του περιβάλλοντος και ορισμένα είδη από αυτά προκαλούν ευκαιριακές λοιμώξεις που σχετίζονται με το αναπνευστικό, εξωαναπνευστικές ή και διάσπαρτη νόσο. Η συχνότητα των επιμέρους ειδών ΝΤΜ ποικίλλει από χώρα σε χώρα ακόμη και από περιοχή σε περιοχή. Σύμφωνα με το γεγονός ότι υπάρχει πληθώρα ειδών άτυπων μυκοβακτηριδίων είναι ουσιαστικής σημασίας η όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστη και ενδελεχής ταυτοποίηση τους. Για την ταυτοποίηση των άτυπων μυκοβακτηριδίων έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν φαινοτυπικές, βιοχημικές δοκιμασίες, και χρωματογραφικές μέθοδοι (HPLC), οι οποίες είναι κοπιώδεις και χρονοβόρες μέθοδοι που απαιτούν εξειδικευμένα εργαστήρια και δεν μπορούν να ταυτοποιήσουν/διαχωρίσουν συγγενικά είδη και χρησιμοποιούνται από τα εργαστήρια αναφοράς περισσότερο για την ταξινόμηση των νέων ειδών ΝΤΜ. Οι μοριακές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση διακρίνονται σε εμπορικές και μη. Οι εμπορικές περιλαμβάνουν κυρίως τις δοκιμασίες ανάστροφου υβριδισμού σε ταινίες και είναι ευρύτατα διαδεδομένες. Οι μέθοδοι αναφοράς περιλαμβάνουν την αλληλούχιση γονιδίων βασικών λειτουργιών και τη σύγκριση με γνωστές βάσεις δεδομένων. Τέλος χρησιμοποιούνται και οι φασματομετρικές μέθοδοι όπως είναι η MALDI-TOF οι οποίες με την κατάλληλη εκχύλιση των πρωτεϊνών και τη σωστή βάση δεδομένων μπορούν να δώσουν αξιόπιστα αποτελέσματα. Σε αυτή την διπλωματική εργασία γίνεται η ανάλυση των εργαστηριακών μεθόδων ταυτοποίησης των άτυπων μυκοβακτηριδίων και η σύγκριση μεταξύ τους. Οι μέθοδοι των μοριακών τεχνικών για την ταυτοποίηση των άτυπων μυκοβακτηριδίων ποικίλουν και μπορεί να είναι είτε εμπορικές είτε μη εμπορικές. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3223248
Ευσταθίου Ιωάννα Η επιδημιολογία των δερματοφύτων. Μοριακή ταυτοποίηση και έλεγχος ευαισθησίας στα αντιμυκητιακά φάρμακα. Τα δερματόφυτα αποτελούν το κυριότερο παράγοντα επιπολής μυκητιάσεων και αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο της ιατρικής μυκητολογίας. Η εργαστηριακή διάγνωση των δερματόφυτων περιλαμβάνει την καλλιέργεια, την απομόνωση, την ταυτοποίηση καθώς και τη μελέτη ευαισθησίας τους. Η μεγάλη ποικιλομορφία τους αλλά και η υψηλή συχνότητα εμφάνισης τους ως παθογόνοι παράγοντες τα καθιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέρον ως αντικείμενο μελέτης. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η μελέτη της επιδημιολογίας των δερματοφυτιών στη χώρα μας, η μοριακή ταυτοποίηση και έλεγχος ευαισθησίας των δερματοφύτων. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση που αφορούσε τις δερματοφυτίες στην Ελλάδα. Ακολούθως μελετήθηκε η σύγχρονη επιδημιολογία των δερματοφυτιών με αναδρομική μελέτη σε εξωτερικούς ασθενείς του ΠΓΝ «Αττικόν» στο διάστημα 2010-2019 προκειμένου να εκτιμηθούν η συχνότητα εμφάνισης και η κατανομή των ειδών. Η συμβατική ταυτοποίηση των δερματοφύτων βασίζεται κυρίως στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των στελεχών και απαιτεί εξειδίκευση. Διαπιστώνοντας τη μεγάλη εξέλιξη των μοριακών τεχνικών στις μέρες μας και τη χρηστικότητα τους σε διάφορους εργαστηριακούς τομείς αναπτύξαμε μια μοριακή μέθοδο η οποία να μπορεί να αυτοματοποιήσει το χρονοβόρο στάδιο της ταυτοποίησης δερματόφυτων. Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος πολυμορφισμού μεγέθους περιοριστικών τμημάτων DNA (PCR-RFLP). Τα τελευταία χρόνια έχουν αναφερθεί ανησυχητικά ποσοστά αντοχής στην τερμπιναφίνη στα πιο συχνά απομονωθέντα είδη Trichophyton spp όπως το T. rubrum και το T. interdigitale , στην Ινδία και μετέπειτα στη Δανία .Η EUCAST πρόσφατα πρότεινε πρωτόκολλο ελέγχου in vitro ευαισθησίας δερματοφύτων. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν καθόλου δεδομένα ευαισθησίας για ελληνικά κλινικά στελέχη Trichophyton spp. , μελετήθηκε in vitro ευαισθησία σε στελέχη Trichophyton spp. στην τερμπιναφίνη, ιτρακοναζόλη και αμορολφίνη χρησιμοποιώντας την πρότυπη μέθοδο μικροαραιώσεων σε ζωμό. Το πρωτόκολλο ελέγχου που πρότεινε η EUCAST είναι τεχνικά απαιτητικό με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται ευρέως στην εργαστηριακή πρακτική. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος στόχος της μελέτης ήταν η ανάπτυξη μιας μεθόδου διαλογής σε άγαρ για την ανίχνευση στελεχών Trichophyton spp. με φαινότυπο μη-άγριου τύπου σε τερμπιναφίνη, ιτρακοναζόλη και αμορολφίνη, Η μέθοδος σκοπό έχει να ενσωματωθεί ευκολότερα στην καθημερινή εργαστηριακή πράξη και να οδηγεί τα στελέχη με μειωμένη ευαισθησία για περαιτέρω διερεύνηση. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2916791
Καραγιάννη Μαριάννα Επικύρωση ενός Real Time RT PCR – Point of Care Testing (POCT) για εργαστηριακή διάγνωση του SARS COV2V Η παγκόσμια πανδημία του COVID-19, που προκαλείται από τον νέο κορωνοϊό SARS-CoV-2, έχει καταστεί τα τελευταία δύο έτη ως μία υγειονομική συνθήκη έκτακτης ανάγκης. Η δημόσια υγεία απειλείται επί του παρόντος εκτός όλων των άλλων και από την εμφανή αβεβαιότητα των διαγνωστικών δοκιμασιών, εξ ου και η χαμηλή για τις απαιτήσεις αρνητική προγνωστική αξία των μοριακών και ορολογικών αναλύσεων, σε συνδυασμό με υψηλή επικράτηση προ- ή ασυμπτωματικών φορέων ακόμη και μεταξύ των εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Η Real time-RT-PCR είναι ευρέως καθιερωμένη στην κλινική ανίχνευση ιογενών λοιμώξεων και στη διάγνωση του SARS-CoV-2. Λίγο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, ο ΠΟΥ κυκλοφόρησε ένα πρωτόκολλο Real Time-RT-PCR για την ανίχνευση του SARS-CoV-2. Ωστόσο, η Real Time-RT-PCR έχει περιορισμούς για ευρεία χρήση σε εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης λόγω του απαιτούμενου -εξοπλισμού, -εκπαιδευμένου προσωπικού, -μεγάλων χρόνων διεκπεραίωσης και -έντασης εργασίας ώστε να πληρούνται κριτήρια για επείγουσες και μεγάλης κλίμακας κλινικές δοκιμές ή σε πόρους- περιορισμένες συνθήκες. Εναλλακτικές διαγνωστικές μέθοδοι, όπως τα Serology Rapid Tests, ενώ έγιναν πολύ σύντομα διαθέσιμα, χαρακτηρίστηκαν από έλλειψη επάρκειας για να προσδιοριστεί εάν ένα άτομο είναι θετικό ή αρνητικό στον SARS-CoV-2 και/ή δυνητικά μεταδίδει τη νόσο. Αντίθετα, οι αναδυόμενες παρακλίνιες δοκιμασίες (POCT) -που εκτελούνται από εύχρηστες αυτόνομες συσκευές- βασισμένες στην ανίχνευση ιικού RNA, επισημαίνονται ως πιο αποτελεσματικές και ακριβείς. Σε αυτό το πλαίσιο στοχεύσαμε στα πλαίσια της παρούσας εργασίας να επικυρώσουμε τη συσκευή POCT Convergys® ως μια ακριβή μέθοδο για την εκτέλεση Real Time RT-PCR σε συνθήκες περιορισμένων πόρων, χρόνου και προσωπικού, για την αντιμετώπιση δυσκολιών σχετικά με την επείγουσα διαχείριση προσωπικού και ασθενών σε εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης, σε χρόνο διεκπεραίωσης μίαμισης ώρας χωρίς κουραστική εκπαίδευση προσωπικού. Η συχνότητα των ασαφών αποτελεσμάτων της τάξης του 13% όπως αποκαλύφθηκε, υποδεικνύει την ανάγκη βελτιστοποίησης του εξοπλισμού και των αναλωσίμων, ειδικά σε αυτήν την περίοδο υψηλής επικράτησης του SARS-CoV-2 στον πληθυσμό. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3257020
Καρτάλια Καλλιρόη Τυποποίηση στελεχών Brucella melitensis με τη χρήση της τεχνικής ERIC-PCR Η βρουκέλλωση είναι μια ζωονόσος με αναφορές για την πιθανή ύπαρξη της από το 1.600 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Το αίτιο της βρουκέλλωσης είναι το γένος Brucella spp. ένα Gram-αρνητικό μικρό βακτήριο, που προσβάλλει οικόσιτα και άγρια ζώα και από εκεί μεταφέρεται στον άνθρωπο, με κύρια οδό μετάδοσης την κατανάλωση μη παστεριωμένου γάλακτος και λοιπών γαλακτοκομικών προϊόντων. Η βρουκέλλα έχει μια ευρεία κλίμακα ξενιστών όπως, αιγοπρόβατα, βοοειδή, κυνοειδή, τρωκτικά και υδρόβια θηλαστικά. Επίσης παρουσιάζει μεγάλη ανθεκτικότητα στις περιβαλοντολογικές συνθήκες και μπορεί να επιβιώσει στην σκόνη, στο χώμα, στο νερό καθώς και στην κοπριά, το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Το γεγονός αυτό όμως καθιστά την επιδημιολογική κατάσταση της βρουκέλλωσης ασταθή. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) καταγράφει 500.000 νέα περιστατικά βρουκέλλωσης κάθε χρόνο με ένα εύρος που ποικίλλει στις περιοχές που ενδημεί η ασθένεια από <0,01-200 περιστατικά/100.000 άτομα. Ωστόσο λόγω της ανεπάρκειας των συστημάτων αναφοράς και της επιτήρησης σε πολλές χώρες υπολογίζεται οτί ο αριθμός αυτός μπορεί να είναι έως και 25 φορές υψηλότερος. Τα περισσότερα περιστατικά βρουκέλλωσης έχουν καταγραφεί στην Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή, με την Ελλάδα να βρίσκεται στις πρώτες 25 χώρες με την μεγαλύτερη επίπτωση παγκοσμίως. Για την διάγνωση της βρουκέλλωσης ως μέθοδος αναφοράς έχει οριστεί η καλλιέργεια (του άιματος στην αρχική φάση της λοίμωξης και στην συνέχεια του μυελού των οστών), καθώς όμως παρουσιάζει πολλούς περιορισμούς βιοσφάλειας, σημαντικό ρόλο παίζουν οι ορολογικές τεχνικές (συγκολλητινοαντίδραση Wright, Wright-Coombs, ELIZA, antigen plate agglutination-BPAT, standard tube agglutination test – SAT) όπως και οι μοριακές τεχνικές (PCR, Real-Time PCR, κλπ). Οι μοριακές τεχνικές μπορούν να μας παρέχουν την πληροφορία του είδους και του βιοτύπου όπως η AMOS PCR (από τα αρχικά των ειδών που ταυτοποιεί δηλαδή Abortus, Melitensis, Ovis και Suis). Σε περιπτώσεις διευκρίνισης υποτροπής από την εκ νέου έκθεση του οργανισμού στο βακτήριο καθώς και σε επιδιμιολογκές έρευνες χρησιμοποιούνται τεχνικές τυποποίησης οπώς η ERIC – PCR και η MLVA που με την χρήση επαναλαμβανόμενων μη συγκεκριμένων ακολουθιών πρόσδεσης στο γονιδίωμα μπορούν να παράξουν μια πληθόρα θραυσμάτων στο gel ηλεκτροφόρησης και να προσδιορίσουν το βακτηριακό γονότυπο και υποείδος. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να διερευνηθεί η τυποποιητική ικανότητα και η διακριτική ικανότητα της τεχνικής ERIC – PCR σε σχέση με την τεχνική MLVA-16. Υλικό της μελέτης αποτέλεσαν κλινικά στελέχη από νοσηλευόμενους ασθενείς με βρουκέλλωση σε διάφορα νοσοκομεία της Ελλάδος κατά την χρονική περίοδο 2001-2018. Στα στελέχη αυτά πραγματοποιήθηκε , Καλλιέργεια, Εκχύλιση DNΑ των αποικιών, Επιβεβαιωτική ταυτοποίηση γένους και είδους με την χρήση πρωτοκώλλου PCR και multiplex PCR αντίστοιχα. Για την τυποποίηση επιλέχθηκαν τρεις ομάδες στελεχών, από τρία διαφορετικά διαμερίσματα της χώρας, την Ήπειρο (ορεινή περιοχή), την Θεσσαλία (πεδινή περιοχή) και την Θράκη (μεικτή περιοχή, κυρίως πεδινή αλλά με ορεινά στοιχεία). Πρώτα πραγματοποιήθηκε η MLVA – 16 (16 ζεύγη primers) και η δημιουργία δενδρογραμμάτων για επιδημιολογκή διερεύνηση και στην συνέχεια τα ίδια στελέχη τυποποιήθηκαν και με την ERIC-PCR. Μέσω της MLVA οι δείκτες ομοιότητας κατά Hunter-Gaston και Simpson πλησίαζαν πολύ κοντά στο 1 δείχνοντας μας την μεγαλή ποικιλομορφία που υπάρχει. Με την ERIC μέσω οπτκής παρατήρησης των ηλεκτροφορητικών αποτυπωμάτων, κάθε ομάδα χωριζόταν σε δύο υπομάδες και το μεγαλύτερο ποσοστό των στελεχών είχε ίδια ηλεκτροφορητική εικόνα, αποδεικνύοτας μας τον περιορισμό της στην διάκριση των διαφορετικών στελεχών. Εν τέλει, η ERIC-PCR δεν είχε την ικανότητα να επιβεβαιώσει επιδημιολογικές διαφορές μεταξύ των διαμερισμάτων που διαπιστώθηκαν με την τεχνική MLVA-16. Συμπερασματικά, η ERIC-PCR δεν είναι μια τεχνική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην διερεύνηση της επιδημιολογίας της νόσου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2929782
Λώλου Μαρία Η μεταμόσχευση του μικροβιώματος στη σύγχρονη θεραπευτική Το μικροβιακό οικοσύστημα (ή μικροβίωμα) είναι ένα σύνολο μικροοργανισμών σε συμβιωτική σχέση με το ανθρώπινο σώμα και το επηρεάζει τόσο στην υγεία όσο και στην ασθένεια. Η απώλεια, μερική ή ολική του μικροβιώματος (λόγω χρήσης αντιβιοτικών, λόγω ορμονικών αλλαγών, ή άλλων παραγόντων, εξωγενών ή ενδογενών) ή η αλλαγή των ειδών που το απαρτίζουν μπορεί να οδηγήσει σε πληθώρα παθολογικών καταστάσεων. Ως εκ τούτου η προσπάθεια αποκατάστασης του μικροβιώματος αποτελεί μια από τις θεραπευτικές προσεγγίσεις που δρουν συμπληρωματικά στην σύγχρονη θεραπευτική. Η προσπάθεια αυτή της αναπλήρωσης μπορεί να περιλαμβάνει απλές τεχνικές όπως η λήψη προβιοτικών σκευασμάτων, ή πιο σύνθετες όπως η ολική ή μερική μεταμόσχευση μικροβίωματος συγκεκριμένου μέρους του σώματος. Η αναζήτηση ανέδειξε το μεγάλο εύρος των παθήσεων που μπορεί η μεταμόσχευση μικροβιώματος να έχει θεραπευτικά αποτελέσματα, από μεταβολικές μέχρι ψυχιατρικές, αλλά και τις τεχνικές και διαδικασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά την μεταμόσχευση. Αναμένεται η μεταμόσχευση μικροβιώματος να δώσει μια διαφορετική διάσταση στη κατανόηση της πολυπλοκότητας σε ένα πλήθος ασθενειών και στην σύγχρονη θεραπευτική τους προσέγγιση. Η εισαγωγή της διαδικασίας, στη ρουτίνα της κλινικής, πράξης αναμένεται τα επόμενα χρόνια. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2920385
Παπαδομανωλάκη Αρχοντούλα Σύγκριση πρότυπων μεθόδων με αυτόματα συστήματα για τον έλεγχο της ευαισθησίας σε νεότρερα αντιβιοτικά μοριακά χαρακτηρισμένων στελεχών που παράγουν καρβαπενεμάσες Στη μελέτη αυτή συμπεριλήφθηκαν 101 Gram αρνητικά στελέχη, εκ των οποίων τα 80 έφεραν σημαντικούς μηχανισμούς αντοχής και τα 21 ήταν ευαίσθητα. Τα στελέχη αυτά ελήφθησαν από καλλιέργειες κλινικών δειγμάτων και καλλιέργειες επιτήρησης, κατά τη διάρκεια του 2019, και απομονώθηκαν από διαφορετικούς ασθενείς και διαφορετικές πτέρυγες του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν». Η MIC κάθε στελέχους προσδιορίστηκε με: i) κάρτες αντιβιογράμματος του Vitek 2, ii) ταινίες Etest και iii) τη μέθοδο μικροαραίωσεων σε ζωμό (Broth Microdilution-BMD). https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2935128
Παπαχριστοπούλου Ακριβή Ανίχνευση PKD2 μεταλλάξεων ή πολυμορφισμών σε Έλληνες ασθενείς με πολυκυστική νόσο των νεφρών Εισαγωγή: H πολυκυστική νόσος των νεφρών (autosomal dominant Polycystic Kidney Disease, ADPKD), είναι μια κληρονομική νόσος με καθυστερημένη έναρξη των συμπτωμάτων της. Οι πιο συνήθεις κλινικές εκδηλώσεις της νόσου περιλαμβάνουν: υπέρταση, αιματουρία, ουρολοίμωξη, νεφρικό πόνο και ανευρίσματα (κυρίως ενδοκρανιακά). Η τελική έκβαση της νόσου είναι η νεφρική ανεπάρκεια. Η πολυκυστική νόσος των νεφρών οφείλεται σε μετάλλαξη συνήθως σε ένα από τα δύο γονίδια PKD1 και PKD2 (78% και 15% των περιπτώσεων αντίστοιχα), οι υπόλοιπες περιπτώσεις αντιστοιχούν σε σπανιότερες μεταλλάξεις στα γονίδια GANAB, DNAJB11 κ.λπ. Σε μικρό ποσοστό η νόσος μπορεί να οφείλεται σε μεγάλες γενωμικές αναδιατάξεις των γονιδίων PKD1 και PKD2. Τα δύο γονίδια PKD1 και PKD2 κωδικοποιούν πρωτεΐνες-διαύλους της πλασματικής μεμβράνης των επιθηλιακών κυττάρων των νεφρικών σωληναρίων (πολυκυστίνη 1 και 2 αντίστοιχα). Οι πολυκυστίνες ρυθμίζουν τη σωληναριακή και αγγειακή ανάπτυξη στους νεφρούς, καθώς και την ομοιόσταση του ασβεστίου στα επιθηλιακά κύτταρα. Μετάλλαξη σε μία από τις δύο πρωτεΐνες, διαταράσει την ομαλή λειτουργία τους, ενεργοποιώντας βιοχημικά μονοπάτια τα οποία προκαλούν ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό επιθηλιακών κυττάρων και κατά συνέπεια, τη δημιουργία κύστεων. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάπτυξη μεθοδολογίας για την πλήρη γενετική ανάλυση του γονιδίου PKD2 (15 εξόνια, κωδικοποιεί πρωτεΐνη 968 αμινοξέων) τόσο με τη τεχνική της αλληλούχισης του DNA όσο και με τη τεχνική MLPA (για τυχόν ανίχνευση μεγάλων γενωμικών αναδιατάξεων) καθώς και η ανάλυση DNA δειγμάτων Ελλήνων ασθενών με πολυκυστική νόσο των νεφρών. Ασθενείς/Μέθοδοι. Συλλέχθηκαν συνολικά 9 δείγματα ολικού αίματος: 6 από κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς με πολυκυστική νόσο των νεφρών και 3 από υγιή άτομα μετά από ενημέρωση και έγγραφη συγκατάθεσή τους. H επιλογή έγκειτο στην ένταξη ασθενών (ή συγγενών πρώτου βαθμού) που η μετάβαση στο τελικό στάδιο νεφρικής ανεπάρκειας έγινε σε μεγάλη ηλικία καθώς αυτοί είναι οι ασθενείς οι οποίοι πιο πιθανά φέρουν PKD2 μεταλλάξεις και όχι PKD1. 10 Αρχικά έγινε απομόνωση του DNA των δειγμάτων και ποσοτικοποίηση της συγκέντρωσης DNA. Στη συνέχεια βελτιστοποιήθηκαν οι αντιδράσεις PCR με τους κατάλληλους εκκινητές, ελέγχθηκε η καθαρότητα και το σωστό μέγεθος των προϊόντων με ηλεκτροφόρηση DNA σε αγαρόζη. Επακολούθησε καθαρισμός των PCR προϊόντων με στήλες. Ακολούθησαν οι αντιδράσεις με τη μέθοδο των θερμικών κύκλων (cycle sequencing) και έγινε πάλι καθαρισμός των προϊόντων. Τέλος, ηλεκτροφορήθηκαν στον γενετικό αναλυτή seqStudio (Applied Biosystems) για ανάγνωση αλληλουχιών των βάσεων του DNA. Η μεθοδολογία αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό τρόπο χωρίς προβλήματα, με εξοπλισμό υπό εσωτερικό έλεγχο ποιότητας (με ειδικό πλασμίδιο pGem). Σε όλα τα δείγματα εκτελέσθηκε και η μεθοδολογία MLPA για ανίχνευση μεγάλων αναδιατάξεων στα γονίδια PKD1 και PKD2. Αποτελέσματα/Συμπέρασμα. Σε δύο δείγματα ανιχνεύθηκαν παθογνωμικές PKD2 μεταλλάξεις. Στο R02 ευρέθη σημειακή μετάλλαξη C/T εντός κωδικοποιητικής περιοχής στο εξόνιο 14 (p.Arg872Ter) η οποία είναι παθογνωμική truncating nonsense αλλαγή (μηνοηματική) και έχει καταγραφεί ως η πιο συχνή μετάλλαξη που ανευρίσκεται σε ασθενείς με PKD2. Στο δείγμα R06 ευρέθη απαλοιφή εξονίων στο PKD2 γονίδιο, από το εξόνιο 1 έως το εξόνιο 9, με τη μεθοδολογία MLPA. Η απαλοιφή αυτή προκαλεί παθογνωμική μετάλλαξη καθώς παράγεται μειωμένη ποσότητα πρωτεΐνης πολυκυστίνης 2 (PC2) (να σημειωθεί ότι δεν έχει ξανά αναφερθεί στη βιβλιογραφία). Όσο αναφορά το δείγμα ασθενούς R07, ορθώς δεν ευρέθη μετάλλαξη κατά τη γενετική ανάλυση του PKD2 γονιδίου καθώς ο ασθενής εντάχθηκε στη μελέτη με ήδη γνωστή μετάλλαξη στο PKD1 γονίδιο (c.4248delT, p.Phe1416LeufsTer16). Στους υπόλοιπους ασθενείς, στους οποίους δεν ανιχνεύθηκε κάποια κλινικά σημαντική μετάλλαξη στο PKD2 γονίδιο πιθανόν η νόσος να οφείλεται σε κάποια μετάλλαξη στο PKD1 ή σε κάποιο από τα υπόλοιπα άλλα πιό σπάνια γονίδια που σχετίζονται με πολυκυστική νόσο των νεφρών. Να αναφερθεί ότι τα υγιή δείγματα, καθώς και το δείγμα R07 χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο ως έλεγχος ποιότητας των μεθόδων αλληλούχισης DNA και MLPA. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967857
Παρανός Πασχάλης Μοριακή ανίχνευση μηχανισμών αντοχής gram (-) βακτηρίων που παράγουν β-λακταμάσες και έλεγχος ευαισθησίας στα νεότερα αντιβιοτικά Σκοπός: Τα πολυανθεκτικά gram(-) βακτήρια αποτελούν μείζων πρόβλημα της δημόσιας υγείας. Η θεραπεία με αντιβιοτικά τελευταίας γραμμής γίνεται ολοένα και λιγότερο αποτελεσματική. Η τανιβορμπακτάμη (VNRX-5133) είναι ένας νέος αναστολέας β-λακταμασών, ο οποίος είναι σε θέση να αναστέλλει και τις τέσσερις κατηγορίες β-λακταμασών A, Β, C, D συμπεριλαμβανομένων και των VIM/NDM μεταλλο-β-λακταμασών(ΜΒL). Στην παρούσα μελέτη προσδιορίστηκε η in vitro δραστικότητα των κεφεπίμη/τανιβορμπακτάμη και μεροπενέμη/τανιβορμπακτάμη συγκριτικά με άλλα αντιβιοτικά έναντι ΜΒL στελεχών Pseudomonas aeruginosa και Klebsiella pneumoniae. Μεθοδολογία: Διακόσια κλινικά στελέχη P. aeruginosa (N=100) και K. pneumoniae (N=100), που παράγουν VIM και NDM, εξετάστηκαν έναντι αμικασίνης (0.06-128 mg/L), αζτρεονάμης (0.03-64 mg/L), κεφεπίμης (0.03-64 mg/L), κεφεπίμης/ταζομπακτάμης (0.03-64/8 mg/L), κεφεπίμης/τανιβορμπακτάμης (0.03-64/4 mg/L), κεφτολοζάνης/ταζομπακτάμης (0.03-64/4 mg/L), γενταμυκίνης (0.016-32 mg/L), σιπροφλοξασίνης (0.008-16 mg/L), λεβοφλοξασίνης (0.016-32 mg/L), ιμιπενέμης (0.03-64 mg/L), μεροπενέμης (0.016-32 mg/L), μεροπενέμης/τανιβορμπακτάμης (0.016-32/4 mg/L), μεροπενέμης/βαμπορμπακτάμης (0.03-64/8 mg/L), πιπερακιλλίνης/ταζομπακτάμης (0.06-128/4 mg/L), τιγεκυκλίνης (0.016-32 mg/L) και οι MIC προσδιορίστηκαν χρησιμοποιώντας ζωμό μικροαραιώσεων (ISOstandard). Η ταξινόμηση των στελεχών σε ευαίσθητα (Ε), ευαίσθητα σε αυξημένη έκθεση (ΕΑΕ), ανθεκτικά (Α) πραγματοποιήθηκε με βάση τα κλινικά όρια ευαισθησίας κατά EUCAST (για μεροπενέμη/τανιβορμπακτάμη και κεφεπίμη/ταζομπακτάμη χρησιμοποιήθηκαν τα όρια των μεροπενέμη και κεφεπίμη, αντίστοιχα). Αποτελέσματα: Τα στελέχη K. pneumoniae που παρήγαγαν MBL εμφάνισαν υψηλά επίπεδα αντοχής (>85%) στους περισσότερους αντιμικροβιακούς παράγοντες εκτός από τους συνδυασμούς κεφεπίμη/τανιβορμπακτάμη και μεροπενέμη/τανιβορμπακτάμη στα οποία μόνο το 13% και 10% των στελεχών, αντίστοιχα ήταν ανθεκτικά (Πίνακας). Τα στελέχη P. aeruginosa είχαν επίσης υψηλά επίπεδα αντοχής (>80%), εκτός από αμικασίνη, αζτρεονάμη και κεφεπίμη/τανιβορμπακτάμη, στα οποία 73%, 58% και 54% των στελεχών, αντίστοιχα, ήταν ανθεκτικά (Πίνακας). Η τανιβορμπακτάμη αντέστρεψε την αντοχή στη κεφεπίμη και μεροπενέμη σε 87-88% των K. pneumoniae στελεχών και σε 46% των P. aeruginosa στελεχών που παρήγαγαν MBL. Συμπέρασμα: Οι συνδυασμοί κεφεπίμη/τανιβορμπακτάμη και μεροπενέμη/τανιβορμπακτάμη ήταν αποτελεσματικοί έναντι των MBL στελεχών K. pneumoniae και P. aeruginosa αναστρέφοντας την αντοχή σε ~85% και ~50% των στελεχών, αντίστοιχα. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2916428
Πετροπούλου Δήμητρα Μελέτη νεότερου αναστολέα β-λακταμασών σε ανθεκτικά στις καρβαπενέμες στελέχη Acinetobacter baumannii ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το Acinetobacter baumannii αποτελεί κύρια αιτία λοιμώξεων σχετιζόμενων με χώρους υγειονομικής περίθαλψης, εξαιτίας της επιμονής του ως αποικιστή στο νοσοκομειακό περιβάλλον και της ικανότητας του να αποκτά υψηλού επιπέδου αντοχή. Στελέχη A. baumannii ανθεκτικά στις καρβαπενέμες (CRAb) περιορίζουν το φάσμα δραστικότητας των τρεχόντων αντιμικροβιακών προσεγγίσεων. Συνεπώς, είναι επιτακτική η ανάγκη διερεύνησης εναλλακτικών προσεγγίσεων ή προσθηκών στις παραδοσιακές αντιμικροβιακές θεραπείες. Η ντουρλοβακτάμη αποτελεί έναν νέο, ευρέος φάσματος αναστολέα β-λακταμασών, τύπου σερίνης, που αποκαθιστά τη δραστικότητα της σουλβακτάμης έναντι στελεχών A. baumannii, που παράγουν πολλαπλές β-λακταμάσες. Ο συνδυασμός σουλβακτάμης-ντουρλοβακτάμης βρίσκεται στην κλινική φάση 3 της παγκόσμιας μελέτης ATTACK. ΣΚΟΠΟΣ: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να αξιολογήσει τη δραστικότητα του συνδυασμού σουλβακτάμης-ντουρλοβακτάμης έναντι μίας πανεθνικής συλλογής στελεχών A. baumannii, ανθεκτικών στις καρβαπενέμες (CRAb). ΜΕΘΟΔΟΙ: 190 κλινικά στελέχη A. baumannii απομονώθηκαν από ποικίλα κλινικά δείγματα από όλη την Ελλάδα το 2015. Ο έλεγχος ευαισθησίας στα αντιβιοτικά πραγματοποιήθηκε με μεθόδους μικρο-αραιώσεων σε ζωμό. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ : Η προσθήκη της ντουρλοβακτάμης αποκατέστησε τη δραστικότητα της σουλβακτάμης έναντι των περισσότερων εξεταστέων στελεχών. Η MIC90 της σουλβακτάμης-ντουρλοβακτάμης βρέθηκε 4 μg/ml, συγκριτικά με την αντίστοιχη της σουλβακτάμης, που βρέθηκε 64 μg/ml. Τα ποσοστά αντοχής της σουλβακτάμης και της κολιστίνης ήταν 100% και 32,4 % , αντίστοιχα. Το 87,5 % των στελεχών παρουσίασε στη σουλβακτάμη-ντουρλοβακτάμη MIC <= 4/4 μg/ml. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ : Η συγκεκριμένη μελέτη ανέδειξε την πιθανή χρηστικότητα της σουλβακτάμης-ντουρλοβακτάμης στη θεραπεία λοιμώξεων από A. baumannii. Εάν αποδειχθεί η κλινική αποτελεσματικότητα, η σουλβακτάμη-ντουρλοβακτάμη θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική θεραπευτική επιλογή για λοιμώξεις από πολυανθεκτικά A. baumannii (MDR- multidrug resistant) https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3218289
Προκοπίου Αλεξάνδρα Διερεύνηση παραγόντων παθογένειας σε κλινικά στελέχη Brucella melitensis και Brucella abortus στην Ελλάδα Η βρουκέλλωση, γνωστή και ως μελιταίος πυρετός έχει παγκόσμια εξάπλωση και αναγνωρίστηκε ως μια από τις σημαντικότερες ζωονόσους εξαιτίας της τεράστιας οικονομικής της επίπτωσης στην κτηνοτροφία καθώς και της μεγάλης μεταδοτικότητας της στους ανθρώπους. Στην Ελλάδα, η νόσος ενδημεί και εμφανίζει την μεγαλύτερη δηλούμενη επίπτωση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό συμβαίνει επειδή, η φύση της Brucella spp. με τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει, δημιουργεί αρκετές δυσκολίες στην αναγνώριση, την αντιμετώπιση και εκρίζωσή της. Η παθογένεια της Brucella spp. συνδέεται κυρίως με την ικανότητα της να επιβιώνει και να αναπαράγεται ενδοκυττάρια στα κύτταρα του ξενιστή με την έκφραση αρκετών μορίων του κυτταρικού περιβλήματος. Η μολυσματικότητα και η ικανότητά της να προκαλεί χρόνιες λοιμώξεις πιστεύεται ότι οφείλεται στην ικανότητά της να αποφεύγει τους μηχανισμούς θανάτωσης εντός των μακροφάγων. Επιπλέον, η Brucella spp. έχει αναπτύξει στρατηγικές για να παραμένει για παρατεταμένες χρονικές περιόδους σε κύτταρα ξενιστές, αποφεύγοντας τις έμφυτες ανοσοαποκρίσεις. Διάφορα γενετικά και ανοσολογικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι όλα τα είδη του γένους Brucella είναι στενά συνδεδεμένα, παρ’ όλα αυτά έχουν παρατηρηθεί διαφορές στη λοιμογόνο δράση τους. Όπως έχει αποδειχτεί από μελέτες υπάρχουν αρκετές πρωτεΐνες που συμβάλλουν στην λοιμογονικότητα της Brucella spp. Ο χαρακτηρισμός και η διερεύνηση αυτών των γονιδίων του βακτηρίου αποτελούν βασικά στοιχεία για την αξιολόγηση της παθογένειας της. Στόχος αυτής της μελέτης ήταν να ανιχνεύσει και να προσδιορίσει με τη μέθοδο πολυπλεκτικής PCR, την παρουσία και τη διανομή των κοινών γονιδίων που σχετίζονται με τη λοιμογόνο δράση του βακτηρίου σε 328 στελέχη Brucella spp., 315 στελέχη Brucella melitensis και 13 στελέχη Brucella abortus τα οποία είχαν απομονωθεί από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Καθώς επίσης, και τη πιθανή διαφορετική γεωγραφική κατανομή αυτών των γονιδίων στα στελέχη Brucella spp. σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Τα αποτελέσματα της μελέτης, έδειξαν ότι ένα ποσοστό 2,5% από τα B.melitensis δεν παρουσίαζε το γονίδιο της ουρεάσης. Ωστόσο αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα στελέχη διατηρούν το μεγαλύτερο μέρος του παθογόνου δυναμικού τους, αφού απομονώθηκαν από θετικές αιμοκαλλιέργειες, άρα είχαν την ικανότητα να διέλθουν μέσω του όξινου γαστρικού περιβάλλοντος και στην συνέχεια να προκαλέσουν μικροβιαιμία και σήψη. Τέλος, δεν ανευρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές στην κατανομή των στελεχών με ελλείψεις γονιδίων, ειδικά της ομάδας με απώλεια του γονιδίου της ουρεάσης. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2926338
Ρενιέρη Ελευθερία Μοριακή επιδημιολογία των Γονοτύπων HBV και της αντοχής τους σε αντιικά φάρμακα στην Νότια Ελλάδα H χρόνια ηπατίτιδα Β αποτελεί, πάρα την διαθεσιμότητα εμβολίου, ένα σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Περισσότεροί από 250 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως νοσούν από χρόνια ΗΒV λοίμωξη, η οποία προκαλεί 0,8 εκατομμύρια θανάτους το χρόνο. Εξαιτίας της αυξημένης επίπτωσης της νόσου, οι παγκόσμιοι φορείς υγείας έχουν θέσει ως στόχο την εξάλειψη της ΗΒV λοίμωξης μέχρι το 2030. Έχουν αναγνωριστεί 9 γονότυποι του ΗΒV, με βάση την απόκλιση ως προς την αλληλούχηση ολόκληρου του γονιδιώματος του ιού. Οι HBV γονότυποι παρουσιάζουν ένα αξιοσημείωτο γεωγραφικό μοτίβο κατανομής. Παρόλα αυτά, το ΗΒV γονιδίωμα δεν έχει ανιχνευτεί σε βάθος. Στην Ελλάδα, η λοίμωξη από HBV θεωρείται νόσος χαμηλής προς μέτριας ενδημικότητας και τα χαρακτηριστικά της μοριακής επιδημιολογίας της είναι ακόμη περιορισμένα. Στην κλινική πράξη, η θεραπεία στηρίζεται κυρίως στη χρήση της ιντερφερόνης α (IFN a) ή των νουκλεοσιδικών/νουκλεοτιδικών ανάλογων (NAs). Τα NAs είναι καλά ανεχτά και παρουσιάζουν ένα άμεσο και ισχυρό αντιιϊκό αποτέλεσμα, που περιορίζεται από την επιλογή μεταλλάξεων που προσδίδουν αντοχή κατά την διάρκεια μακροχρόνιας αγωγής. Η συγκεκριμένη μελέτη προσδιορίζει, με τη χρήση της αλληλούχησης κατά Sanger, τους ΗΒV γονότυπους και τις μεταλλάξεις που προσδίδουν αντοχή στα φάρμακα σε ένα δείγμα ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα Β, στη Νότια Ελλάδα. Όπως αναμενόταν ο κυρίαρχος γονότυπος ήταν ο D ενώ οι μεταλλάξεις που σχετίζονται με την αντοχή στη λαμιβουντίνη ήταν οι πιο συχνές που παρατηρήθηκαν. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2958960
Σπύρου Ανδρόνικος Μελέτη β-D-glucan σε HIV (+) ασθενείς Το σύνδρομο HIV/ AIDS που προκαλείται από τον ιό της ανοσοανεπάρκειας (HIV) χαρακτηρίζεται από λοίμωξη των ατόμων με τον ιό και μια επακόλουθη μείωση των Τ- κυττάρων του ανοσοποιητικού που εξελίσσεται σε μια περίοδο ετών. Η β-(1→3)-D-γλυκάνη (BDG) είναι ένας πολυσακχαρίτης που βρίσκεται στο κυτταρικό τοίχωμα μυκήτων όπως Aspergillus, Candida και Pneumocystis. Καθώς αυτοί οι πολυσακχαρίτες του κυτταρικού τοιχώματος ανιχνεύονται στην κυκλοφορία κατά τη διάρκεια της μόλυνσης, τα αυξημένα επίπεδα BDG ορού μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση μυκητικής πνευμονίας σε ανοσοκατασταλμένους πληθυσμούς ασθενών με HIV λοίμωξη. Επιπλέον, σε άτομα αυτά, η μικροβιακή αλλόθεση από το έντερο στην αιματική κυκλοφορία σχετίζεται με συστηματική φλεγμονή, εξέλιξη του HIV, θνησιμότητα και εξέλιξη συνοδών νοσημάτων. Η μετατόπιση των γαστρεντερικών βακτηρίων στα άτομα με HIV λοίμωξη, αλλά και η αυξημένη ευαισθησία τους σε μυκητικές λοιμώξεις και χρόνιο αποικισμό από μύκητες, έδωσε τη δυνατότητα ώστε η BDG να χρησιμοποιηθεί ως βιοδείκτης. Με αυτόν τον τρόπο, τα προϊόντα μυκήτων, μέσω της BDG, είναι ανιχνεύσιμα στο αίμα και σχετίζονται με την έκβαση της HIV λοίμωξης και την επιτυχία της θεραπείας. Στην παρούσα ανασκόπηση, αναλύθηκε η χρήση της BDG ως διαγνωστικό εργαλείο για μυκητικές λοιμώξεις σε HIV-θετικούς ασθενείς. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3292834
Σταμάτη Φωτεινή Candida auris: αναδυόμενο παθογόνο, Επιδημιολογία-Διάγνωση-Κλινική εικόνα-Θεραπεία-Πρόληψη Οι λοιμώξεις από Candida spp. αποτελούν σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας των ασθενών με υποκείμενα νοσήματα. Η C. auris είναι ένα αναδυόμενο παθογόνο το οποίο εμφανίζει αντοχή σε πολλά αντιμυκητικά, ενώ εξαπλώνεται ταχύτατα σε όλο τον κόσμο. Από την πρώτη αναφορά το 2009, έχουν ακολουθήσει πολλές απομονώσεις του μύκητα παγκοσμίως ως αίτιο διαφόρων νοσοκομειακών λοιμώξεων. Η ταυτόχρονη και ανεξάρτητη εμφάνιση επιδημιών από C. auris έχει προξενήσει μεγάλο προβληματισμό στην νοσοκομειακή κοινότητα. Η εμφάνιση του συγκεκριμένου μύκητα αποτελεί μέχρι σήμερα μυστήριο. Η φυλογενετική ανάλυση έδειξε ταυτόχρονη εμφάνιση ξεχωριστών κλάδων του μύκητα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Οι μολύνσεις και οι επιδημίες που έχουν προκληθεί λόγω της C. auris σε διάφορες νοσοκομειακές μονάδες έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η δυσκολία αναγνώρισης του μύκητα, το πολυανθεκτικό προφίλ του, οι παράγοντες παθογένειας του, τα υψηλά ποσοστά θνητότητας και η ικανότητα που έχει να παραμένει για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε επιφάνειες το καθιστούν σημαντικό πρόβλημα για τις μονάδες υγείας. Η λανθασμένη ταυτοποίηση του μύκητα σε επίπεδο είδους με τις συμβατικές μεθόδους, σε συνδυασμό με την αντοχή στις διάφορες τάξεις αντιμυκητικών, δυσκολεύει τον εντοπισμό των μολύνσεων που προκαλεί, ενώ περιορίζει και τις επιλογές για την θεραπεία τους. Οι ερευνητικές προσπάθειες θα πρέπει να εστιαστούν στην κατανόηση των μηχανισμών παθογένειας και αντοχής καθώς και στην επιδημιολογία του μύκητα, με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη μεθόδων και υλικών για την πρόληψη, τη σωστή και ταχεία διάγνωση και την στοχευμένη θεραπεία των λοιμώξεων που προκαλεί.   https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2956780
Ταγκούλη Φωτεινή Συγκριτική μελέτη αποτελεσμάτων κλασικής καλλιέργειας και μοριακής μεθόδου (FilmArray) σε λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού συστήματος Εισαγωγή: Το 1930 η πνευμονία ήταν η τρίτη συνηθέστερη αιτία θανάτου στις ΗΠΑ. Σήμερα μετά από σχεδόν ένα αιώνα παρά την εισαγωγή της αντιμικροβιακής θεραπείας και την υλοποίηση προγραμμάτων εμβολιασμού παγκοσμίως, η πνευμονία και οι άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού παραμένουν η τέταρτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η αναγνώριση των μικροβιακών παθογόνων και η κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία είναι σημαντικό πεδίο για τη βέλτιστη κλινική διαχείριση ασθενών με πνευμονία και αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τις συμβατικές εργαστηριακές τεχνικές. Προς το παρόν, η κλασική καλλιέργεια των δειγμάτων αποτελεί την κύρια μέθοδο διάγνωσης των λοιμώξεων. Η ανάπτυξη και υλοποίηση των μοριακών τεχνικών αποτελεί σημαντική πρόοδο για την μικροβιολογική διάγνωση των αναπνευστικών παθογόνων, καθώς οι νέες διαγνωστικές τεχνικές οδηγούν σε βελτίωση στην ταχύτητα της αντιμικροβιακής θεραπείας και στην παρακολούθηση της ανταπόκρισης των ασθενών. H πολυπλεκτική PCR για την συνδρομική διάγνωση λοιμώξεων όπως το FilmArray επιτρέπουν την ταυτόχρονη, ταχεία και αξιόπιστη εξέταση δειγμάτων πολλαπλών στόχων συνδυαστικά με τον έλεγχο της μικροβιακής αντοχής και αποτελούν το μέλλον στην διάγνωση των λοιμώξεων. Σκοπός: Η εργασία στοχεύει στην αξιολόγηση της νέας διαγνωστικής προσέγγισης του FilmArray συγκριτικά με τις ποσοτικές κλασικές καλλιέργειες σε δείγματα κατώτερου αναπνευστικού συστήματος. Μέθοδος: Για το σκοπό αυτό μελετήθηκαν 794 δείγματα ασθενών με πνευμονία, βρογχιεκτασίες και λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος που προσήλθαν στα Κεντρικά εργαστήρια του Νοσοκομείου Υγεία κατά το έτος 2019 και εφαρμόστηκε η μέθοδος FilmArray. Σε 362 από αυτά τα δείγματα έγινε εφαρμογή και των δύο μεθόδων (ποσοτικής καλλιέργειας και FilmArray) στο ίδιο δείγμα ή σε δείγμα που έφτασε στο εργαστήριο με διαφορά 24 ωρών. Αποτελέσματα: Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 66,3% των ασθενών είχε παθολογικό FilmΑrray. Ιοί ανιχνεύθηκαν στο 31% των δειγμάτων και συγκεκριμένα στο 28,5% βρέθηκε ένας και στο 2,5% δύο ιοί. Βακτήρια ανιχνεύθηκαν στο 51,7% των δειγμάτων και συγκεκριμένα βρέθηκαν από 1 (στο 36,5%) μέχρι 5 βακτήρια (στο 0,3%). Στο 13,5% των ασθενών ανιχνεύθηκε ένα ή περισσότερα γονίδια αντοχής σχετιζόμενα με τον αιτιολογικό παράγοντα της λοίμωξης. Η ευαισθησία ήταν 89,4% (95% ΔΕ: 83,2% – 94,0%), η ειδικότητα ήταν 48,6% (95% ΔΕ: 41,9% – 55,5%), η θετική προγνωστική αξία ήταν 52,9% (95% ΔΕ: 46,4% – 59,4%) και η αρνητική προγνωστική αξία ήταν 87,7% (95% ΔΕ: 80,5% – 93,0%). Αντίστοιχα, το 39,2% των ασθενών είχε παθολογική καλλιέργεια. Στο 32,0% βρέθηκε ένα παθογόνο, στο 6,9% δύο και στο 0,3% τρία. Συμπεράσματα: Όπως αποτυπώνεται στην ειδικότητα (48,6%) και τη θετική προγνωστική αξία (52,9%), η παρούσα μελέτη κατέγραψε υψηλό αριθμό «ψευδώς θετικών» αποτελεσμάτων με το FilmArray σε σύγκριση με την κλασική καλλιέργεια. Παρά τους περιορισμούς το FilmArray παρουσιάζει σημαντικά οφέλη. Αποτελεί μια υψηλής ευαισθησίας τεχνική, χρήσιμη για την ανίχνευση των πιο σημαντικών παθογόνων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος και των γονιδίων αντοχής στα αντιβιοτικά. Τα αποτελέσματά του συσχετίζονται ικανοποιητικά με αυτά της κλασικής καλλιέργειας, ενώ ο χαμηλός χρόνος απόκτησης αποτελεσμάτων έχει σημαντικά οφέλη στην προσαρμογή της αντιμικροβιακής θεραπείας, καθώς και στον έλεγχο και την πρόληψη λοιμώξεων. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2960349
Τζανετάκης Γεώργιος Μικροβιολογική διερεύνηση της συχνότητας ανεύρεσης μυκήτων σε ριζικούς σωλήνες δοντιών με πρωτογενείς περιακρορριζικές βλάβες ενδοδοντικής αιτιολογίας Οι μύκητες είναι αερόβιοι ευκαρυωτικοί μικροοργανισμοί και θεωρείται ότι διαδραματίζουν σημαντικό στην ανάπτυξη περιακρορριζικών βλαβών ενδοδοντικής αιτιολογίας. Η μέση συχνότητα ανεύρεσης μυκήτων έχει αναφερθεί ότι κυμαίνεται περίπου στο 7.5% των λοιμώξεων ενδοδοντικής αιτιολογίας. Η Candida albicans είναι ο μικροοργανισμός που ανευρίσκεται πιο συχνά στους ριζικούς σωλήνες με μέση συχνότητα εμφάνισης 8.2%, ακολουθούμενη από μύκητες διαφορετικών γενών όπως αυτών των Aspergillus, Penicillium και Fusarium. Ο βασικός σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της συχνότητας ανίχνευσης δύο διαφορετικών μυκήτων, της Candida albicans και του Aspergillus με τη βοήθεια της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης σε πραγματικό χρόνο και η σύγκριση των αποτελεσμάτων με τα αντίστοιχα που θα ληφθούν από τα ίδια δείγματα με τη χρήση της MALDI-ToF MS. Επιμέρους επιπλέον σκοπός είναι η ταυτοποίηση, με τη βοήθεια της MALDI-ToF MS, των βακτηρίων που θα κατορθώσουν να αναπτυχθούν στα καλλιεργητικά τρυβλία κάτω από τις αερόβιες συνθήκες ανάπτυξης των μυκήτων. Κατά τη διάρκεια της μελέτης ελήφθησαν 60 μικροβιολογικά δείγματα από ισάριθμα δόντια με νεκρό πολφό και περιακρορριζική αλλοίωση. Ακολούθησε η εξαγωγή του μικροβιακού DNA από τα κλινικά δείγματα και εφαρμόστηκε RT-PCR για την ανίχνευση C. albicans παθογόνων υποτύπων του γένους Aspergillus. Επιπλέον, μετά την καλλιέργεια, υπό αερόβιες συνθήκες, μέρους των δειγμάτων εφαρμόστηκε η MALDI-ToF MS με σκοπό την ταυτοποίηση των μικροοργανισμών που κατάφεραν να αναπτυχθούν κάτω από αυτές τις συνθήκες. Στη μελέτη τελικά πήραν μέρος 30 γυναίκες και 30 άνδρες. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 46.7 έτη με μια σταθερή απόκλιση 11.6 ετών. Τα πολύρριζα δόντια ήταν 34 και τα μονόρριζα 26. Συμπτώματα καταγράφηκαν για 34 δόντια (34/60) ενώ τα 26 ήταν ασυμπτωματικά. Με βάση τα αποτελέσματα της PCR o Aspergillus ανιχνεύθηκε σε 8 από τις 60 περιπτώσεις ενώ η C. albicans σε 4 περιπτώσεις. Αντίστοιχα, με βάση τα αποτελέσματα της καλλιέργειας και της MALDI-ToF MS, o Aspergillus δεν αναπτύχθηκε και φυσικά δεν ταυτοποιήθηκε σε καμία περίπτωση ενώ η C. albicans μόνο σε 2 περιπτώσεις. Σε 35 από τις 60 περιπτώσεις υπήρχε ανάπτυξη μικροοργανισμών κατά την καλλιέργεια. Σε 20 περιπτώσεις κατά την καλλιέργεια αναπτύχθηκε το αερόβιο βακτήριο Achromobacter xylosoxidans, ακολουθούμενο από είδη των γένων Lactobacillus spp., και Methylobacterium spp. καθώς και ο Enterococcus faecalis. Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης τεκμηριώνουν πλήρως την παρουσία μυκήτων σε ριζικούς σωλήνες δοντιών με νεκρό πολφό και περιακρορριζική παθολογία. Είδη του γένους Aspergillus φαίνεται ότι προεξάρχουν σε συχνότητα σε σχέση με την παρουσία C. albicans με βάση τις συνθήκες της παρούσας μελέτης. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν επίσης ξεκάθαρα την υπεροχή των μοριακών μεθόδων, στην συγκεκριμένη περίπτωση της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με τις τεχνικές ταυτοποίησης που στηρίζονται στην καλλιέργεια μικροοργανισμών. Τέλος, τεκμηριώνεται η ύπαρξη μερικών, σπάνια ανιχνευόμενων, αερόβιων βακτηριακών ειδών που μέχρι και σήμερα θεωρείτο ότι δεν διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεση των ενδοδοντικών λοιμώξεων. Ένα από αυτά, το Achromobacter xylosoxidans βρέθηκε σε ιδιαίτερα υψηλή συχνότητα στους ριζικούς σωλήνες των δοντιών που εξετάστηκαν. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2968269
Φαρμάκη Γεωργία Το μικροβίωμα και ψυχικές διαταραχές Στην παρούσα εργασία διερευνάται η σχέση του ανθρώπινου μικροβιώματος με τις ψυχικές ασθένειες και τις διαταραχές της διάθεσης. Πιο συγκεκριμένα, περιγράφονται οι μηχανισμοί με τους οποίους η υγιής (ή μη) κατάσταση του ανθρώπινου μικροβιώματος επηρεάζει την πορεία και τα συμπτώματα διάφορων ψυχικών ασθενειών όπως σχιζοφρένεια, διαταραχή του φάσματος αυτισμού, άγχος, νόσος Alzheimer, κιρκαδική διαταραχή και διπολική διαταραχή. Στη συνέχεια, με βάση αυτά τα στοιχεία, επισημαίνουμε τρόπους αντιμετώπισης των συγκεκριμένων ψυχικών ασθενειών με βάση το μικροβίωμα. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2960533
Χαρπαντίδης Στέφανος Εργαστηριακή μελέτη διεισδυτικής καντιντίασης Η διεισδυτική καντιντίαση είναι μια αναδυόμενη λοίμωξη η οποία αναγνωρίζεται ευρέως ως σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας στο νοσοκομειακό περιβάλλον με την καντινταιμία να είναι η πιο συχνή κλινική εμφάνιση της. Η διάγνωση της διεισδυτικής καντιντίασης – και πιο συγκεκριμένα της καντινταιμίας – ακόμη και στις μέρες μας εξακολουθεί να είναι προβληματική, αφού πολλές φορές ένα στα δύο περιστατικά (50%) μπορεί να μείνει αδιάγνωστο. Ο προσδιορισμός του αντιγόνου Mn, αλλά και των anti-Mn είναι δύο μη καλλιεργητικές μέθοδοι για τη διάγνωση της διεισδυτικής καντιντίασης, οι οποίες αν χρησιμοποιηθούν συνδυαστικά έχουν καλύτερη ευαισθησία, αλλά και ειδικότητα (83 και 86%, αντίστοιχα) σε αιματολογικούς, αλλά και ασθενείς που νοσηλεύονται στις ΜΕΘ. Σκοπός της παρούσης μεταπτυχιακής διατριβής αποτελεί: α) η καταγραφή των καντινταιμιών, όπως και η μελέτη της ευαισθησίας στα διάφορα αντιμυκητικά φάρμακα των στελεχών που τις προκαλούν, όπως αυτές καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της μελέτης Candi – Candi κατά την τριετία 2016 – 2018, και β) η καταγραφή των μετρήσεων της τιμής του αντιγόνου Μαννάνης (Mn), αλλά και των αντισωμάτων έναντι αυτής (anti-Mn) που χρησιμοποιήθηκαν ως εναλλακτικές μέθοδοι διάγνωσης της διεισδυτικής καντιντίασης κατά την τριετία 2017 – 2019. Κατά την τριετή μελέτη καταγράφηκαν 2.267 περιστατικά καντινταιμιών τα οποία προέρχονται από όλες τις κλινικές των νοσοκομείων (Παθολογικές, Χειρουργικές, ΜΕΘ και Παιδιατρικές). Και τα τρία έτη τα στελέχη Candida non-albicans (συχνότητα απομόνωσης 65,6 – 68,7%) υπερτερούσαν των Candida albicans (30,9 – 33%), ενώ σε επίπεδο είδους επικρατούσαν οι Candida parapsilosis (44,1 – 49,4%). Το ίδιο αποτέλεσμα παρατηρήθηκε και ανά κλινική σε όλη την τριετία με εξαίρεση το 2017, όπου στις παιδιατρικές κλινικές επικράτησαν τα στελέχη Candida albicans (45,4%), και ακολούθησαν τα στελέχη Candida parapsilosis (22,7%). Τα επίπεδα αντοχής των απομονωθέντων στελεχών Candida στην αμφοτερικίνη Β κυμαινόταν σε χαμηλά επίπεδα (1,12%). Η αντοχή των στελεχών Candida parapsilosis στη φλουκοναζόλη εμφάνισε αυξητικές τάσεις (από 27,7% το 2016 σε 33,2% το 2018, η οποία, όμως, δεν είναι στατιστικά σημαντική (P value: 0,15), ενώ για τα στελέχη Candida albicans και Candida tropicalis ήταν σχεδόν σταθερή κατά την διάρκεια της τριετίας (5,6 – 8,11% και 8,7 – 9,5%, αντίστοιχα). Όσον αφορά στις εχινοκανδίνες, μεγαλύτερη ευαισθησία εμφανίζουν τα στελέχη Candida albicans (ποσοστά αντοχής σε ανιντουλαφουγκίνη 1,9%, κασποφουγκίνη 1,6% και μικαφουγκίνη 0,5%). Σχετικά με τα αποτελέσματα των εξετάσεων αντιγόνου Mn και των anti-Mn, τα ποσοστά των θετικών αποτελεσμάτων τόσο για το αντιγόνο Mn (6,5 – 23,4%) όσο και για τα anti-Mn (15,3 – 35,2%) αυξάνονται κατά την τριετία της μελέτης μας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων αυτών κυρίως λόγω έλλειψης περισσοτέρων κλινικών πληροφοριών. Συμπερασματικά, τα στελέχη Candida non-albicans, με κυριότερο εκπρόσωπο τις Candida parapsilosis, απομονώνονται ολοένα και συχνότερα και επικρατούν σε καντινταιμίες. Η αύξηση των ποσοστών αντοχής τους στη φλουκοναζόλη καθιστά αναγκαία την έγκαιρη διάγνωσή τους και την έναρξη κατάλληλης αντιμυκητιακής αγωγής. Επιπλέον, η χρήση των εξετάσεων αντιγόνου Mn και anti-Mn εμφανίζει αυξητική τάση, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αιματολογικά και ογκολογικά νοσήματα, όπου εμφανίζουν και τη μεγαλύτερη χρησιμότητα. Ωστόσο, παρ’ όλη την πρόοδο της τεχνολογίας στην εργαστηριακή διάγνωση οι διεισδυτικές καντιντιάσεις ακόμη και στις μέρες μας υποδιαγιγνώσκονται. Η συνεργασία των κλινικών ιατρών μαζί με τους εργαστηριακούς, αλλά και ο συνδυασμός εξετάσεων της κλασσικής καλλιέργειας με τις νεώτερες μη καλλιεργητικές τεχνικές μπορούν να μας δώσουν ταχύτερα και πιο ακριβή αποτελέσματα. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2930335



Διπλωματικές εργασίες 2020-22

Ονοματεπώνυμο Τίτλος Διπλωματικής Κείμενο περίληψης Μόνιμη Διεύθυνση-ΠΕΡΓΑΜΟΣ
Αλβανίδη Αλεξάνδρα Έλεγχος ευαισθησίας αναερόβιων βακτηρίων και τοξινογόνου Clostridioides difficile με νεότερες τεχνικές Τα τελευταία χρόνια, διαθέσιμα δεδομένα για την αντιμικροβιακή ευαισθησία των αναερόβιων βακτηρίων δείχνουν ότι ο επιπολασμός της αντοχής τους στα αντιβιοτικά αυξάνεται παγκοσμίως και οι τάσεις αντοχής μπορεί να ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ διαφορετικών περιοχών, περιφερειών ή και νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Η αύξηση αυτή σχετίζεται με κίνδυνο πιο σοβαρών κλινικών εκβάσεων και θανάτου. Η κλινική αποτυχία της εμπειρικής θεραπείας κάποιων αναερόβιων λοιμώξεων οδηγεί στην αναζήτηση γρήγορων, αξιόπιστων και αναπαραγώγιμων μεθόδων ελέγχου της ευαισθησίας των αναερόβιων μικροοργανισμών. Πρόσφατα η EUCAST έχει δημιουργήσει μια μέθοδο γρήγορης ανίχνευσης της ευαισθησίας κλινικά σημαντικών αναερόβιων μικροοργανισμών, όπου σε συνδυασμό με τη γρήγορη ταυτοποίησή τους γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του κλινικού ιατρού. Σκοπός της μελέτης ήταν ο έλεγχος ευαισθησίας σε επιλεγμένα αντιμικροβιακά 121 αναερόβιων βακτηριακών στελεχών, που συλλέχθηκαν κατά την διάρκεια του 2022, από ασθενείς του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου (Π.Γ.Ν.) «ΑΤΤΙΚΟΝ» και του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (Π.Γ.Ν.Θ.) «ΑΧΕΠΑ» με τη πρόσφατα ανεπτυγμένη μέθοδο διάχυσης δίσκων της EUCAST σε Fastidious Anaerobe Agar (FAA). https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3390373
Αμαργιανιτάκη Ειρήνη Η εφαρμογή του νέου αναστολέα vaborbactam στη θεραπευτική των λοιμώξεων Οι λοιμώξεις από ανθεκτικά στις καρβαπενέμες Enterobacterales, Pseudomonas aeruginosa, και Acinetobacter baumannii αποτελούν απειλή για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, και σχετίζονται με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα. Η αντοχή οφείλεται κυρίως στην παραγωγή καρβαπενεμασών. Η βαμπορβακτάμη είναι ένας νέος αναστολέας β-λακταμασών. Είναι ένας κυκλικός βορονικός αναστολέας με ισχυρή δράση έναντι καρβαπενεμασών τάξης Α, συμπεριλαμβανομένης της KPC. Σε συνδυασμό με τη μεροπενέμη, αποκαθιστά σχεδόν καθολικά τη δράση της έναντι Enterobacterales που παράγουν KPC, ωστόσο έχει περιορισμένη δράση έναντι Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter baumannii. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού μεροπενέμης/βαμπορβακτάμης ελέγχθηκε σε δύο κλινικές μελέτες, τις TANGO I και II, όπου αναδείχθηκε μη-κατώτερος σε σχέση με τα μέχρι τώρα χρησιμοποιούμενα θεραπευτικά σχήματα, καθώς και ασφαλής με ελάχιστες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα όσον αφορά τη νεφροτοξικότητα. Από in vitro και in vivo δεδομένα φαίνεται να παρουσιάζει μικρή πιθανότητα ανάπτυξης αντοχής. Παρουσιάζει παρόμοιες φαρμακοκινητικές ιδιότητες με τη μεροπενέμη. Ο συνδυασμός έχει εγκριθεί για χρήση σε ενήλικες με επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις, επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, νοσοκομειακή πνευμονία και πνευμονία σχετιζόμενη με αναπνευστήρα, και λοιμώξεις από Gram-αρνητικά μικρόβια με περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές. Από τα δεδομένα μετά την εισαγωγή του στη θεραπευτική, φαίνεται να έχει καλά θεραπευτικά αποτελέσματα και χαμηλότερη εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, ακόμα και σε περιπτώσεις βεβαρυμένων ασθενών. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3247057
Ανίκητου Αθανασία Πανδημία COVID-19 και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα: σύγκριση επιδημιολογικών δεδομένων σύφιλης και HIV ετών 2019 – 2021 Η εμφάνιση μολυσματικών ασθενειών από παθογόνα προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας, δεδομένο που αντανακλάται σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο νέος κορονοϊός, SARS-CoV-2 πρωτοεμφανιζόμενος τον Δεκέμβριο του 2019 θεωρείται ο έβδομος σε σειρά κορονοϊός που αποδείχτηκε μολυσματικός για τον άνθρωπο. Τον Μάρτιο του 2020 ο ΠΟΥ ανακήρυξε επίσημα ότι ο πλανήτης βιώνει την πανδημία της COVID-19. Σήμερα ο αριθμός των επιβεβαιωμένων περιστατικών ανέρχεται στα 622.389.418 κρούσματα παγκοσμίως, ενώ ο αριθμός των θανάτων ξεπερνά τα 6,5 εκατομμύρια (WHO, 2022). Η εμφάνιση του ιού SARS-CoV-2 συνιστά σοβαρή κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον κοινωνικοοικονομικό τομέα, καθώς και στον τομέα της δημόσιας υγείας. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η επιδημιολογική διερεύνηση της επίδρασης της πανδημίας COVID-19, στα ΣΜΝ σύφιλη και HIV στην Ελλάδα καθώς δεν υπάρχουν αντίστοιχες επαρκείς επιστημονικές μελέτες στην χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα, διερευνάται ηεπιρροή που είχε η εμφάνιση του SARS-CoV-2 αλλά και η εφαρμογή των διαφόρων περιοριστικών μέτρων, στα πλαίσια της πανδημίας, στον αριθμό των διαγνωσμένων περιστατικών. Τέλος, εξετάζεται η σχέση της εμφάνισης του HIV και της σύφιλης με τα δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά και κατά ποσό αυτά μεταβλήθηκαν κατά την πανδημία. Χρησιμοποιήθηκαν επιδημιολογικά δεδομένα των περιστατικών σύφιλης και HIV τα οποία προσήλθαν στην Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων του νοσοκομείου Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων «Α. Συγγρός». Το δείγμα των HIV ασθενών της μελέτης περιλαμβάνει συνολικά 158 ασθενείς οι οποίοι είχαν όλοι διαγνωστεί με ειδικές ιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις να πάσχουν από HIV λοίμωξη. Η ένταξη τους στην μελέτη διήρκησε το χρονικό διάστημα 2019-2021. Όσον αφορά το δείγμα δεδομένων για τα περιστατικά σύφιλης, συλλέχθηκαν στοιχεία από 1.274 ορολογικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν το χρονικό διάστημα 2019-2020. Για την στατιστική ανάλυση και αξιολόγηση των πιο πάνω δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η γλώσσα προγραμματισμού “Python”. Αρχικά για την μελέτη της σχέσης μεταξύ ποιοτικών μεταβλητών εφαρμόστηκε ο έλεγχος ανεξαρτησίας x2 του Pearson. Στην συνέχεια, εφαρμόστηκε ο έλεγχος z-test ο οποίος εξετάζει το μέσο όρο μιας κατανομής στην οποία γνωρίζουμε ήδη τη διακύμανση του πληθυσμού. Τα ευρήματα της συγκεκριμένης μεταπτυχιακής εργασίας, υποστηρίζουν την διατήρηση της επικρατέστερης ομάδας κινδύνου (ανδρες Ελληνικής καταγωγής) και ταυτόχρονα την αύξηση του πληθυσμού της και στις δύο περιπτώσεις ΣΜΝ. Η πανδημία και τα μέτρα αντιμετώπισης αυτής, φαίνεται να μην επηρεάζουν άμεσα τον αριθμό περιστατικών HIV, αλλά έμμεσα παρουσιάζεται μια διαστρεβλωμένη επιδημιολογική εικόνα, η οποία χρήζει ιδιαίτερης προσοχής όσον αφορά την ερμηνεία. Εν αντιθέση με τον HIV, φαίνεται ότι τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας , δεν περιόρισαν τις επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές καταλήγοντας σε αύξηση θετικών περιστατικών σύφιλης. Τέλος, κατά την σύγκριση των αποτελεσμάτων της εν λόγω μελέτης με ήδη προυπάρχουσες, εντοπίζεται η ύπαρξη αντιφατικών αποτελεσμάτων ακόμα και από μελέτες που διεξάχθηκαν εντός της ίδιας χώρας/περιοχής. Φαίνεται ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για περεταίρω διεξαγωγή ερευνών σχετικά με την επιρροή της καινούργιας αυτής πραγματικότητας που βιώνει ο πλανήτης στα ΣΜΝ. Σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της επιρροής αυτής είναι η επιδημιολογία των διαφόρων νοσημάτων πριν και μετά την εμφάνιση του ιού. Η συνεχής επιδημιολογική έρευνα και επιτήρηση θα αποσαφηνίσει την επίδραση της πανδημίας στα διάφορα νοσήματα υπογραμμίζοντας την πραγματική εικόνα και αναδεικνύοντας τις κατάλληλες στρατηγικές περιορισμού ή πρόληψης αυτών. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3328528
Βαρβαράκη Αγγελική Πολυπλεκτική PCR στην ανίχνευση παθογόνων ανώτερου αναπνευστικού: συγκριτική μελέτη δεδομένων προ και μετά COVID-19 λοίμωξης Κατά τα πρώτα στάδια της πανδημίας της νόσου του κορωνοϊού 2019 (COVID-19) εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό της παγκοσμίως, αλλά και στη χώρα μας, αυστηρά περιοριστικά μέτρα καθώς και μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της καθολικής χρήσης μάσκας και της υγιεινής των χεριών. Τα μέτρα αυτά φάνηκαν να έχουν επίδραση, όχι μόνο στην μείωση των κρουσμάτων SARS-CoV-2, αλλά και στη συχνότητα εμφάνισης και των υπόλοιπων παθογόνων του αναπνευστικού, όπως των ιών της γρίπης και του RSV. Στην παρούσα μελέτη συγκρίθηκε η κατανομή των λοι-μώξεων του ανώτερου αναπνευστικού πριν και μετά την εμφάνιση του SARS-CoV-2. Έγινε ανάλυση των αποτελεσμάτων της πολυπλεκτικής μοριακής μεθόδου FilmΑrray (BioFire Respiratory 2.1 plus, BioFire Diagnostics, Inc) σε 11.765 ρινικά επιχρίσματα παιδιών και ενηλίκων που προσήλθαν στα νοσοκομεία ΥΓΕΙΑ και ΜΗΤΕΡΑ, του ο-μίλου HHG, για τα έτη από το 2018 έως το 2021. Μετά τον έλεγχο των δειγμάτων προέκυψε πως η γρίπη δεν ανιχνεύτηκε πρακτικά από την έναρξη της πανδημίας COVID-19. Ο RSV και οι υπόλοιποι ανθρώπινοι εποχικοί κορωνοϊοί (229E, OC43, NL63 and HKU1) δεν ανιχνεύτηκαν κατά τη διάρκεια του 2020–2021, αλλά επέ-στρεψαν σε προπανδημικά επίπεδα το φθινόπωρο και το καλοκαίρι του 2021, αντί-στοιχα. Για τον ρινοϊό και τον αδενοϊό, παρατηρήθηκαν μειώσεις μόνο μετά τις περιό-δους των δύο καθολικών lockdown που εφαρμόστηκαν στην χώρα μας και ανέκαμψαν νωρίτερα από τους υπόλοιπους ιούς, ήδη από τα μέσα του 2020. Συμπερασματικά τα μέτρα δημόσιας υγείας που επιβλήθηκαν για την πρόληψη της εξάπλωσης της πανδη-μίας COVID-19 (κοινωνική απόσταση, μάσκες προσώπου και άλλων μη φαρμακευτι-κών παρεμβάσεων) ήταν αποτελεσματικά στον μετριασμό της μετάδοσης όλων των λοιμώξεων του αναπνευστικού, με μερική εξαίρεση αυτήν του ρινοϊού. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3350149
Βογιατζάκης Αναστάσιος Παράγοντες παθογένειας σταφυλοκόκκων αρνητικών στην κοαγκουλάση (CoNS) Οι κοαγκουλάση αρνητικοί σταφυλόκοκκοι (Coagulase Negative Staphylococci- CoNS) αποτελούν μείζον τμήμα του ανθρώπινου μικροβιώματος του δέρματος και των βλεννογόνων. Αν και για χρόνια θεωρούνταν απλοί αποικιστές, είναι πλέον γνωστό πως μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις ιδιαιτέρως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Οι αιτίες αυτής της αλλαγής είναι παραδόξως απόρροια της ιατρικής προόδου των τελευταίων δεκαετιών και σχετίζονται με τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό ανοσοτροποποιητικών θεραπειών αλλά και τη χρήση ενδοπροσθετικών συσκευών ή καθετήρων. Η παθογένεια των CoNS συνδέεται κυρίως με την ικανότητά τους να προσκολλώνται σε άψυχες επιφάνειες και να δημιουργούν βιομεμβράνη (biofilm) μέσω της οποίας προστατεύονται τόσο από το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού όσο και από την έκθεση σε αντιβιοτική θεραπεία. Ταυτόχρονα, πρόσφατες έρευνες έχουν αποδείξει την ικανότητα των CoNS να φέρουν γονίδια τοξινών ομόλογα με αυτά του Staphylococcus aureus καθιστώντας τους έτσι ως πιθανό αίτιο γαστρεντερικών αλλά και συστηματικών συνδρόμων οφειλόμενων σε τοξίνες. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να ανιχνεύσει και να προσδιορίσει με τη μέθοδο της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR) την παρουσία και κατανομή των γονιδίων που σχετίζονται με τη λοιμογόνο δράση των σταφυλοκόκκων, σε 110 στελέχη CoNS τα οποία απομονώθηκαν από κλινικά δείγματα ασθενών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, τα γονίδια icaA και icaD ήταν παρόντα στο 49% και 52% των στελεχών CoNS αντίστοιχα ενώ 36,5% των στελεχών έφεραν το γονίδιο της τοξίνης tst. Ταυτόχρονα, και τα τρία αυτά γονίδια ανευρέθηκαν στατιστικώς σημαντικά συχνότερα σε στελέχη Staphylococcus epidermidis σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη CoNS. Τέλος, δεν ανευρέθηκαν στελέχη CoNS τα οποία έφεραν τα γονίδια των εντεροτοξινών Α και Β. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3260166
Γκοτζαμάνη Παναγιώτα Διάγνωση των εγκυστωμένων στο ανθρώπινο σώμα παρασίτων με συμβατικές και μοριακές τεχνικές Εισαγωγή: Κάποιες έλμινθες βρίσκονται εγκυστωμένες σε κάποιο σημείο του ανθρώπινου οργανισμού και είτε σταματά η εξέλιξή τους σε ένα πρόδρομο, ανώριμο, προνυμφικό στάδιο (Trichinella, Toxocara, κυστίκερκος Taenia solium, Echinococcus), είτε ενηλικιώνονται μεν, αλλά εγκαθίστανται εκτός εντερικού σωλήνα του ανθρώπου (φιλαριες, σχιστοσώματα). Και στις δύο περιπτώσεις, η κλασσική παρασιτολογική εξέταση κοπράνων δεν μπορεί να θέσει τη διάγνωση. Σκοπός: Στη παρούσα εργασία θα αναλυθεί η διάγνωση των εγκυστωμένων στο ανθρώπινο σώμα παρασίτων με συμβατικές και μοριακές τεχνικές. Υλικό και Μέθοδοι: Συλλέχθηκαν δεδομένα από δημοσιεύσεις σε έγκυρα περιοδικά μέσω PubΜed και Scopus, χρησιμοποιώντας λέξεις-κλειδιά όπως έλμινθες, διάγνωση, ορολογικές μέθοδοι, μοριακή διάγνωση, ελεύθερο DNA (cell free DNA- cfDNA). Αποτελέσματα: Φάνηκε καθαρά ότι η διάγνωση των σταδίων των ελμίνθων που είναι εγκυστωμένα στον ανθρώπινο οργανισμό, δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στη μικροσκόπηση. Για αυτό και αναζητήθηκε η ανοσιακή απάντηση του οργανισμού μετά από επαφή του με τις έλμινθες, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη ορολογικών μεθόδων που έδωσαν μια νέα ώθηση στη διάγνωση των ελμινθιάσεων. Κατόπιν, με την χρήση επιλεγμένων μονοκλωνικών αντισωμάτων, αναζητήθηκαν κυκλοφορούντα αντιγόνα των παρασίτων, με διάφορες μεθόδους, κυρίως με δοκιμασίες ανοσοχρωματογραφίας (Immunochromatographic test-ICT), που είναι ταχείες, εύκολες στη χρήση τους, φθηνές και μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε χώρες με περιορισμένους πόρους, δεδομένου ότι πολλές από τις παραπάνω έλμινθες είναι στόχος παγκοσμίων προγραμμάτων καταπολέμησης. Από την άλλη μεριά, με μοριακές μεθόδους αναζητήθηκε γενετικό υλικό των ελμίνθων σε δείγματα ασθενών, αρχικά σε υλικό βιοψιών ή υγρό από κύστεις ή οφθαλμικό υγρό. Τελευταία, γίνονται σημαντικά βήματα ως προς την αναζήτηση κυκλοφορούντος γενετικού υλικού των ελμίνθων σε υγρά του σώματος, ορό, πλάσμα, ούρα, μακριά, συνεπώς, από το σημείο εγκύστωσης των παρασιτικών μορφών. Συμπεράσματα: Σήμερα υπάρχουν δύο τάσεις στην διάγνωση των εν λόγω ελμίνθων :α) να προωθηθεί η παραγωγή ορολογικών δοκιμασιών (ICT) όλο και πιο ευαίσθητων, για να ανιχνεύουν πολύ χαμηλά ποσοστά κυκλοφορούντος αντιγόνου β) να γίνεται η αναζήτηση γενετικού υλικού των παρασίτων, με όσο το δυνατόν λιγότερο παρεμβατικές μεθόδους (π.χ. cfDNA σε ούρα, σάλιο) και να γίνεται χρήση μοριακών μεθόδων π.χ. Ισοθερμική ενίσχυση μέσω βρόγχου (Loop mediated isothermal amplification-LAMP) που μπορεί να είναι λιγότερο ευαίσθητες, έχουν όμως λιγότερες απαιτήσεις σε εργαστηριακό εξοπλισμό και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε χώρες με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Υπάρχει μάλιστα, και προωθείται, η δυνατότητα να συνδυαστεί μια μοριακή τεχνική (π.χ. LAMP) με μια ορολογική δοκιμασία (πχ ICT) ώστε να αυξηθεί και η ευαισθησία και η ειδικότητα της μεθόδου https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3255468
Δημητρίου Μαρία Μηχανισμοί αντοχής στον αναστολέα καρβαπενεμασών avibactam H Avibactam είναι ένας νέος αναστολέας β-λακταμάσης που χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με την Ceftazidime για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από πολυανθεκτικά βακτήρια. Παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος αναστολέας είναι αποτελεσματικός έναντι πολλών βακτηριακών στελεχών, ορισμένα έχουν ήδη αναπτύξει μηχανισμούς αντοχής. Υπάρχουν διάφοροι γνωστοί μηχανισμοί αντοχής στην Avibactam. Οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να ταξινομηθούν ευρέως σε δύο κατηγορίες. Στους ενζυματικούς και στους μη ενζυματικούς. Ενζυματικοί μηχανισμοί: 1. Παραγωγή ενζύμων υδρόλυσης της Avibactam: Τα βακτήρια μπορούν να παράγουν ένζυμα β-λακταμάσης που στοχεύουν ειδικά και αποδομούν τον αναστολέα καθιστώντας τον αναποτελεσματικό. Ένα τέτοιο ένζυμο είναι για παράδειγμα η καρβαπενεμάση KPC-2 που παράγεται από ορισμένα στελέχη K. pneumoniae. Το ένζυμο υδρολύει την Avibactam όπως και τις καρβαπενέμες, καθιστώντας αυτά τα αντιβιοτικά αναποτελεσματικά. 2. Επαγωγή της λειτουργίας άλλων β-λακταμασών: Τα βακτήρια μπορεί να αυξήσουν την παραγωγή άλλων ενζύμων όπως των εκτεταμένου φάσματος β-λακταμασών, τα οποία δεν επηρεάζονται από τη δράση της Avibactam. Αυτό επιτρέπει στα στελέχη να συνεχίζουν να υδρολύουν τα αντιβιοτικά προκαλώντας αντοχή. Για παράδειγμα κάποια στελέχη Enterobacter cloacae επάγουν την παραγωγή ESBL, καθιστώντας την Avibactam λιγότερο αποτελεσματική. Μη ενζυματικοί μηχανισμοί: 1. Αλλαγή στη βακτηριακή κυτταρική μεμβράνη: Τα βακτήρια μπορούν να τροποποιήσουν τις κυτταρικές τους μεμβράνες για να αποτρέψουν την είσοδο της Avibactam στο κύτταρο, γεγονός που μειώνει την αποτελεσματικότητά της. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αλλάζοντας την έκφραση της εξωτερικής μεμβράνης και εισχωρώντας στον περιπλασμικό χώρο όπου βρίσκονται τα ένζυμα της β-λακταμάσης. Αυτός ο μηχανισμός έχει περιγραφεί σε στελέχη Pseudomonas aeruginosa. 2. Αντλίες εκροής: Τα βακτήρια μπορεί να χρησιμοποιήσουν αντλίες εκροής για να αντλήσουν την Avibactam από το εσωτερικό του κυττάρου, εμποδίζοντάς τη να φτάσει στο στόχο της. Ο μηχανισμός έχει περιγραφεί σε στελέχη Εnterobacter cloacae, όπου η Avibactam εκρέει ενεργά έξω από το κύτταρο μέσω ενός συγκεκριμένου συστήματος αντλίας εκροής. Συνοπτικά η αντοχή στην Avibactam μπορεί να επιτευχθεί μέσω πολλαπλών μοριακών μηχανισμών. Η κατανόηση αυτών είναι σημαντική προκειμένου να αποφευχθεί η εξάπλωσή τους και να διασωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο αυτός ο νέος αντιμικροβιακός παράγοντας. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3331752
Θεοδοσίου Ευδοκία Ανοσία έναντι SARS-CoV-2 μετά από εμβολιασμό Τον Δεκέμβριο του 2019, ανιχνεύθηκε για πρώτη φορά ο ιός SARS-CoV-2 (Severe Acute Respiratory Syndrome CoronaVirus 2) που προκαλεί τη νόσο COVID-19. Μέχρι σήμερα ο αριθμός των επιβεβαιωμένων λοιμώξεων έχει αυξηθεί σε περισσότερα από 760 εκατομμύρια παγκοσμίως με σχεδόν 7 εκατομμύρια θανάτους (WHO 2023). Η αναζήτηση για την ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων κατά του SARS-CoV-2 ξεκίνησε αμέσως και η πρώτη δόση εμβολίου χορηγήθηκε τον Δεκέμβριο του 2020. Μέχρι στιγμής δεκαοχτώ εμβόλια COVID-19 που βασίζονται στο αρχικό στέλεχος Wuhan-Hu-1 έχουν αναπτυχθεί, κάποια εκ των οποίων διανέμονται παγκοσμίως. Ωστόσο οι γνώσεις μας σχετικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολίων μπορούν να φτάσουν μέχρι ένα σημείο. Η παρακάτω ανασκόπηση έχει ως σκοπό την κατανόηση των παραμέτρων που κάνουν τα εμβόλια COVID-19 αποτελεσματικά ενάντια στην μόλυνση από SARS-CoV-2 μέσω των πλήθους πληροφοριών που υπάρχουν τόσο για τον σχεδιασμό των εμβολίων όσο και για τον ίδιο τον SARS-CoV-2 και τις διάφορες παραλλαγές του, συζητώντας την αντιμετώπισή του σε βάθος χρόνου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3336645
Καυκούλα Ελένη Επιδημία Candida auris σε τριτοβάθμιο νοσοκομείο. Επιδημιολογικά δεδομένα Εισαγωγή: Η C. auris, είναι ένα αναδυόμενο πολυανθεκτικό παθογόνο, το οποίο περιγράφηκε για πρώτη φορά το 2009 στην Ιαπωνία. Η πρώτη απομόνωση στην Ελλάδα, καταγράφηκε το 2019. Έκτοτε, περισσότερα από 200 στελέχη C. auris, τα οποία ενοχοποιήθηκαν για διεισδυτικές λοιμώξεις ή αποικισμό, έχουν απομονωθεί από το Μικροβιολογικό Εργαστήριο του ΓΝΑ Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάλυση και παρουσίαση των περιστατικών μυκηταιμίας από C. auris στο νοσοκομείο μας. Υλικό και Μέθοδος: Στην παρούσα εργασία, παρουσιάζουμε τη μελέτη περιστατικών μυκηταιμίας οφειλόμενων στην C. auris, τα οποία απομονώθηκαν στο Νοσοκομείο μας κατά τη χρονική περίοδο Οκτώβριο 2019-Οκτώβριο 2022. Η ταυτοποίηση των μυκήτων έγινε με το σύστημα Vitek II (bioMerieux) και η επιβεβαίωση αυτής με τη μέθοδο της φασματογραφίας μάζας (MALD-TOF) σε Microflex LT platform (Bruker Daltonics, Bermen, Germany), στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής-ΕΚΠΑ, το οποίο είναι και το κέντρο αναφοράς για την C. auris. Οι τιμές της ελάχιστης ζώνης αναστολής (MIC) για την C. auris, έναντι στα αντιμυκητικά, πραγματοποιήθηκαν με το Sensititre YeastOne (ThermoFisher Scientific). Προς το παρόν, δεν έχουν καθοριστεί όρια ευαισθησίας για την C. auris, και η ερμηνεία των τιμών MICs έγινε σύμφωνα με τα προσωρινά όρια ευαισθησίας τα οποία όρισε το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC). Ακολούθησε γονοτυπική ανάλυση 47 στελεχών C. auris που απομονώθηκαν από αιμοκαλλιέργεια διαφορετικών ασθενών (7 στελέχη), έλεγχο φορείας ασθενών (22 στελέχη) και περιβάλλοντος (18 στελέχη). Ο μοριακός χαρακτηρισμός των στελεχών έγινες με multilocus sequencing τυποποίηση της ITS περιοχής του rDNA και rpb1 γονιδίου. Αποτελέσματα: Κατά τη διάρκεια της μελέτης, συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν 32 δείγματα, από ισάριθμες αιμοκαλλιέργειες. Η πλειονότητα αυτών των περιστατικών 29/32 (90,62%), απομονώθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 (Μάϊος 2020-Ιούνιος 2022). Συνολικά 18/32 ασθενείς (56,25%), είχαν στο ιστορικό τους νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και 5/32 (15,625%) παρουσίασαν συνλοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2. Έλεγχος ευαισθησίας πραγματοποιήθηκε σε όλα τα δείγματα τα οποία απομονώθηκαν από μυκηταιμίες. Όλα τα στελέχη μας, ήταν ανθεκτικά στη φλουκοναζόλη (MICs: 32-256μg/mL) και ευαίσθητα στην ανιντουλαφουγκίνη (MICs: 0,03-0.5μg/mL) και τη μικαφουγκίνη (MICs: 0,015-0,25μg/mL). Όσον αφορά την αμφοτερικίνη Β, 22 στελέχη παρουσίασαν MIC>=2μg/mL (2-8 μg/mL) και θεωρήθηκαν «ανθεκτικά». Τα υπόλοιπα 10 στελέχη, παρουσίασαν MICs 0,0625-1μg/mL και θεωρήθηκαν ευαίσθητα. Δύο από τα «ανθεκτικά» στελέχη, όταν επανελέγχθηκαν με τη μέθοδο μικροαραιώσεων σε ζωμό κατά EUCAST, εμφάνισαν αμφοτερικίνη Β MICs με τιμές 0,5 και 1μg/mL και θεωρήθηκαν ως «ευαίσθητα». Η γοντοτυπική ανάλυση εδειξε ότι όλα τα στελέχη που μελετήθηκαν ανήκαν στον κλάδο Ι (South Asian clade I) Συμπέρασμα: Η παρούσα εργασία δείχνει ότι η C. auris εξαπλώθηκε στο Νοσοκομείο μας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19. Όλα τα στελέχη παρουσίασαν αντοχή στην φλουκοναζόλη και ανήκαν στον κλάδο Ι. Η αντοχή στην αμφοτερικίνη Β, χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο με τη μέθοδο μικροαραιώσεων σε ζωμό, ώστε να αποφευχθεί η λάθος κατηγοριοποίησή της. Η τήρηση ενός αυστηρού ελέγχου των λοιμώξεων είναι απαραίτητη για την αποφυγή της εξάπλωσης του παθογόνου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3365053
Κομποθέκλα Δήμητρα Διερεύνηση μεταλλάξεων σε καρκίνο θυροειδούς στον ελληνικό πληθυσμό Ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι η πιο κοινή κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος με σταθερά αυξανόμενη συχνότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τα ιστοπαθολογικά χαρακτηριστικά, κατατάσσεται σε τέσσερις βασικούς τύπους, τον θηλώδη, τον θυλακιώδη, τον μυελοειδή και τον αναπλαστικό καρκίνο, ενώ έχουν παρατηρηθεί και διάφορες παραλλαγές αυτών. Η αναγνώριση και η ταξινόμηση των διάφορων τύπων γίνεται με τη βοήθεια του υπερηχογραφήματος, την κυτταρολογική και παθολογοανατομική εξέταση βιοψιών (Fine needle aspiration, FNA) και, πρόσφατα, με το γενετικό έλεγχο για ανίχνευση μεταλλάξεων σε γονίδια που συμμετέχουν σε κυτταρικά μονοπάτια που ενέχονται στην εμφάνιση της νόσου, όπως MAPK και PIK3/AKT. Η μοριακή ανάλυση ορισμένων οζιδίων, που ανήκουν στις κατηγορίες της απροσδιόριστης κυτταρολογίας, είναι σημαντική για την ακριβή πρόβλεψη της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου και την αποφυγή χειρουργικών επεμβάσεων. Τέτοιες γενετικές αλλαγές είναι συνήθως σημειακές και εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, στα γονίδια BRAF, KRAS, NRAS, HRAS, PIK3CA, ElF1AX, TERT, και AKT, ενώ αναφέρονται και αναδιατάξεις των γονιδίων RET, NTRK και PAX8-PPARγ. Περιορισμένα είναι τα δεδομένα σχετικά με τη συχνότητα των μεταλλάξεων στον καρκίνο του θυρεοειδούς στον ελληνικό πληθυσμό. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι ο σχεδιασμός της μεθοδολογίας για την ανίχνευση μεταλλάξεων σε δείγμα FNA και η διερεύνηση της συχνότητας της σημειακής παθολογικής γενετικής αλλαγής BRAFV600E σε ασθενείς με ασαφή κυτταρολογική εκτίμηση (Bethesda III-IV). Συνολικά μελετήθηκαν 75 δείγματα FNA από ασθενείς με θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς και αδιευκρίνιστη κυτταρολογική ταξινόμηση (Bethesda III-IV). Πραγματοποιήθηκε απομόνωση γενωμικού DNA, και ανίχνευση μεταλλάξεων στο εξόνιο 15 του γονιδίου BRAF με άμεση αλληλούχιση (Sanger sequencing). Ανιχνεύθηκαν μεταλλάξεις BRAF σε 18 δείγματα (17 δείγματα της μετάλλαξης V600E και 1 δείγμα της K601E), που αντιστοιχεί σε ποσοστό 24% του συνολικού αριθμού των αναλυθέντων δειγμάτων. Στην κατηγορία της απροσδιόριστης κυτταρολογίας Bethesda III το 20,8% των δειγμάτων ήταν θετικά για μετάλλαξη στο BRAF. Επίσης, η ανίχνευση των γενετικών αλλαγών σε επίπεδο DNA σε δείγμα FNA με τη μέθοδο της άμεσης αλληλούχισης είναι εφικτή, όταν στο αρχικό δείγμα υπάρχει ποσότητα DNA έως και 0,5ng. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά μας, φαίνεται ότι η μοριακή ανάλυση δειγμάτων FNA θυρεοειδούς μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση των ασθενών με θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς και αδιευκρίνιστη κυτταρολογική ανάλυση, ενώ η μέθοδος της άμεσης αλληλούχισης μπορεί να ανιχνεύσει γενετικές αλλαγές σε δείγμα FNA συγκέντρωσης DNA μέχρι 2ng/μl. Εντούτοις, για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, είναι απαραίτητο η μελέτη να επεκταθεί σε μεγαλύτερο αριθμό δειγμάτων, να μελετηθούν και άλλα γονίδια που ενέχονται στον καρκίνο του θυρεοειδούς και να γίνει αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του μοριακού ελέγχου με βάση την έκβαση της νόσου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3335166
Μπάκα Μαρία Επιδημιολογική διερεύνηση λοίμωξης από χλαμύδια trachomatis στον Ελλαδικό χώρο την τελευταία 5ετία Οι λοιμώξεις από Chlamydia trachomatis είναι οι συχνότερα αναφερόμενες βακτηριακές λοιμώξεις που μεταδίδονται σεξουαλικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει ότι 92 εκατομμύρια νέα κρούσματα χλαμυδιακών λοιμώξεων εμφανίζονται παγκοσμίως κάθε χρόνο. Το αίτιο των χλαμυδιακων λοιμώξεων είναι το βακτήριο C. trachomatis, ένα Gram-αρνητικό, αυστηρά ενδοκυττάριο, παθογόνο με μοναδικό κύκλο ανάπτυξης που ανήκει στην τάξη Chlamydiales και την οικογένεια Chlamydiaceae. Ταξινομείται σε 15 ορότυπους που ανάλογα με τον τροπισμό τους δύναται να μολύνουν τους οφθαλμούς, το γεννητικό αλλά και το αναπνευστικό σύστημα. Η ανίχνευση των C. Trachomatis μπορεί να πραγματοποιηθεί σε τραχηλικά και κολπικά δείγματα στις γυναίκες , σε ουρηθρικά στους άνδρες καθώς και σε δείγματα ούρων. «Gold standard» τεχνική για την ανίχνευσή τους θεωρείται η κυτταροκαλλιέργεια. Οι δοκιμασίες ενίσχυσης νουκλεϊκών οξέων είναι οι πιο ευαίσθητες δοκιμασίες, με ειδικότητα παρόμοια με αυτή της κυτταροκαλλιέργειας, και θεωρούνται η μέθοδος εκλογής για την ανίχνευση Chlamydia trachomatis σε δείγματα του ουρογεννητικού συστήματος ενώ μπορούν να εφαρμοστούν και εύκολα στα κλινικά εργαστήρια. Για τη θεραπεία της χλαμυδιακής λοίμωξης συνίσταται η χορήγηση δοξυκυκλίνης ή αζιθρομυκίνης. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτέλεσε η εργαστηριακή μελέτη των λοιμώξεων από C. Trachomatis σε γυναίκες αναπαραγωγικής και μη αναπαραγωγικής ηλικίας. Η καταγραφή των χλαμυδιακών λοιμώξεων πραγματοποιήθηκε για την πενταετία 2017 – 2021 στον Γενικό Νοσοκομείο Μαιευτήριο «Έλενα Βενιζέλου», ενώ παράλληλα έγινε και καταγραφή των δημογραφικών δεδομένων των γυναικών με χλαμυδιακή λοίμωξη. Η 7 ανίχνευση των C. trachomatis, πραγματοποιήθηκε με το αυτοματοποιημένο σύστημα Cobas 4800 CT/NG (Roche) για την ποιοτική ανίχνευση του C. trachomatis (CT) και/ή της Neisseria gonorrhoeae (NG) με την ενίσχυση του νουκλεϊκού οξέος (DNA) με αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) και υβριδισμό DNA. Συνολικά ελέγθησαν 7.502 δείγματα αντίστοιχων γυναικών. Από αυτά, 94 δείγματα, από μοναδικούς ασθενείς, ήταν θετικά (ποσοστό θετικότητας στην 5ετία 1,25%). Στην παρούσα έρευνα, σχεδόν μία στις δύο γυναίκες (48,9%) που βρέθηκαν θετικές στα χλαμυδία ανήκουν στις ηλικιακές κατηγορίες <18 και 18-24. Από τις 94 θετικές γυναίκες, αν και όλα τα κρούσματα δηλώθηκαν στον ΕΟΔΥ (επιτήρηση της χλαμυδιακής λοίμωξης), μόνο 55 από αυτές συμπλήρωσαν το ειδικό ερωτηματολόγιο (βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ). Σύμφωνα με τις απαντήσεις των ερωτηματολογίων, το 36,36% των γυναικών προσήλθε για εξέταση στα πλαίσια προληπτικού ελέγχου, το 43,54% στα πλαίσια προγεννητικού ελέγχου, για διερεύνηση των συμπτωμάτων το 16,36%, για έλεγχο μετά από αποβολές το 1,82%, ενώ μετά από συνεύρεση με σύντροφο θετικό για ΣΜΝ το 1,82%. Σε ένα μεγάλο ποσοστό η χλαμυδιακή λοίμωξη μπορεί να είναι ασυμπτωματική. Στην παρούσα καταγραφή, σχεδόν μία στις δύο γυναίκες ήταν ασυμπτωματικές όταν βρέθηκαν θετικές στον έλεγχο. Αναφορικά με την συνύπαρξη και άλλου ΣΜΝ, σε 34 γυναίκες ο έλεγχος ήταν αρνητικός, σε 6 είχαμε μόλυνση και από δεύτερο ΣΜΝ (3 με Neisseria gonorrhoeae, 1 με HPV, 1 με HSV και 1 με ΗΒV), ενώ σε 15 γυναίκες η σχετική πληροφορία δεν υπήρχε. Τέλος, το 80% των γυναικών δήλωσε ότι είχε σεξουαλικές επαφές μόνον με ένα σύντροφο το τελευταίο εξάμηνο. Συμπερασματικά, παράγοντες οι οποίοι φαίνεται να αυξάνουν την πιθανότητα χλαμυδιακής λοίμωξης στις γυναίκες είναι η μικρή ηλικία, αλλά και ο αριθμός των σεξουαλικών συντρόφων, ενώ σοβαρός παράγοντας για την υποκαταγραφή της συγκεκριμένης λοίμωξης είναι η εμφάνιση ή μη συμπτωμάτων. Η εφαρμογή ένος στοχευμένου προγράμματος καταγραφής, όπως αυτό που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο (National Chlamydia Screening Programme – NCSP), θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και η εφαρμογή του να αποτυπώσει καλύτερα την Ελληνική πραγματικότητα. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3360237
Μπαστάς Ιωάννης-Γιαννούλης Ιολογικός έλεγχος των αιμοδοτών σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο Η σπουδαιότητα του αίματος και η επικινδυνότητα της αιμορραγίας ήταν γνωστή στον άνθρωπο από τα προϊστορικά χρόνια, ενώ διάφορες σωματικές και ψυχικές ασθένειες αποδίδονταν σε αυτό το οποίο αποτελούσε συστατικό της θεωρίας των τεσσάρων χυμών του Ιπποκράτη. Ιστορικά η πρώτη μετάγγιση από άνθρωπο σε άνθρωπο με ορθολογικό σκεπτικό πραγματοποιήθηκε το 1818 και έκτοτε ξεκίνησε η εντατική μελέτη για τα χαρακτηριστικά του αίματος και την διαδικασία της μετάγγισης. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι που ακολούθησαν είχαν ως αποτέλεσμα την διενέργεια σημαντικού αριθμού μεταγγίσεων οδηγώντας στις πρώτες τράπεζες αίματος και τις οργανωμένες προσπάθειες αποθήκευσης και κατανομής αίματος. Ταυτόχρονα ήταν ήδη γνωστές οι ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις κατά την μετάγγιση καθώς και ο φόβος για μόλυνση αιματογενώς με σύφιλη που ήταν ευρέως διαδεδομένη στην Ευρώπη κάτι το οποίο οδήγησε στις πρώτες προσπάθειες για τον έλεγχο του αίματος για μολυσματικούς παράγοντες. Πρωτοστάτης σε αυτή την προσπάθεια στάθηκε ο ΠΟΥ με τις οδηγίες του προς όλες τις χώρες για τα απαραίτητα πρωτόκολλα που πρέπει να τηρούνται για την ασφάλεια του αίματος. Μπορεί η επιδημία της σύφιλης σε σημαντικό βαθμό να ξεπεράστηκε, ωστόσο αναδύθηκαν σημαντικά παθογόνα από μια άλλη κατηγορία μολυσματικών παραγόντων, τους ιούς. Έτσι, από ιολογικής σκοπιάς ο ΠΟΥ εξέδωσε οδηγίες οι οποίες περιλαμβάνουν καθολική σύσταση για έλεγχο του προς μετάγγιση αίματος για HIV, HBV και HCV. Παράλληλα για ορισμένους άλλους μολυσματικούς παράγοντες (HTLV1/2, WNV, CMV) πρότεινε τον έλεγχο με βάση τα υπάρχοντα επιδημιολογικά κριτήρια (πραγματοποίηση ελέγχου σε χώρες που εμφανίζουν υψηλή επίπτωση). Η Ελλάδα και ορισμένες ακόμα ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιούν έλεγχο για τον HTLV1/2 (και τον WNV σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους) ενώ ο CMV ελέγχεται σε λιγότερες χώρες (όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία). Ταυτόχρονα, υπάρχει πληθώρα διαθέσιμων αναλύσεων για την ανίχνευση των παθογόνων και η επιλογή κάθε μιας βασίζεται στα ειδικά χαρακτηριστικά της (ευαισθησία, ειδικότητα, αξιοπιστία) ενώ σημαντική είναι η συνεισφορά των μοριακών αναλύσεων που ανιχνεύουν με μικρότερο «παράθυρο» τους μολυσματικούς παράγοντες. Ωστόσο ανά την υφήλιο οι διαφορές των κρατών (υλικοτεχνικοί πόροι, επιστημονικό προσωπικό κ.α.) δημιουργούν διαφορές ως προς την ασφάλεια των μεταγγίσεων. Ωστόσο η μείωση ορισμένων πληθυσμών που χρειάζονται μετάγγιση (διαθεσιμότητα ανασυνδυασμένων παραγόντων πήξης, προγεννητικός έλεγχος για β-θαλασσαιμία) και η εξέλιξη της τεχνογνωσίας στο χώρο της βιολογίας έχει ελαττώσει σε τεράστιο βαθμό και θα συνεχίσει να ελαττώνει τον κίνδυνο μόλυνσης των μεταγγιζόμενων ασθενών, καθιστώντας την μετάγγιση σημαντικά ασφαλέστερη από ότι στο παρελθόν. Θα πρέπει ωστόσο όλοι οι επιδημιολογικοί φορείς να είναι σε ετοιμότητα για τυχόν εμφάνιση νέων παθογόνων αλλά και αλλαγών στην επίπτωση των ήδη υπαρχόντων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ασφάλεια των μεταγγίσεων. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3246279
Παπαγρηγορίου Ευαγγελία Mycoplasma genitalium: νέα απειλή για το γεννητικό σύστημα. Η σημασία της μοριακής διάγνωσης Η λοίμωξη από Mycoplasma genitalium συμβάλλει στο 10-35% της μη χλαμυδιακής μη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας στους άνδρες. Στις γυναίκες, το M. genitalium σχετίζεται με τραχηλίτιδα και φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (PID). Η μετάδοση του M. genitalium γίνεται μέσω άμεσης επαφής με τους βλεννογόνους. Οι ασυμπτωματικές λοιμώξεις είναι συχνές. Στις γυναίκες, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κολπική έκκριση, δυσουρία ή συμπτώματα PID – κοιλιακό άλγος και δυσπαρεύνια. Στους άνδρες κυριαρχεί η ουρηθρίτιδα, η δυσουρία και το έκκριμα. Η διάγνωση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της δοκιμής ενίσχυσης νουκλεϊκού οξέος (NAAT). Πολλές τεχνικές έχουν χρησιμοποιηθεί ως RUO (research-use-only). Όμως, εμπορικά διαθέσιμες με σήμα CE είναι το AmpliSense test (multiplex Qpcr), το Diagenode S-DiaMGTV test (Qpcr) και το Aptima MG test (TMA). Η θεραπεία για το M. genitalium ενδείκνυται εάν ανιχνευθεί M. genitalium ή σε επιδημιολογική βάση. Η δοξυκυκλίνη έχει χαμηλό ποσοστό ίασης 30-40%. Η αζιθρομυκίνη έχει ποσοστό ίασης 85-95% σε λοιμώξεις ευαίσθητες στις μακρολίδες. Ένα αυξανόμενο ποσοστό αντοχής στις μακρολίδες, οφείλεται «πιθανότατα» στην ευρεία χρήση αζιθρομυκίνης 1 g εφάπαξ δόσης και μειώνει δραστικά το ποσοστό ίασης. Η μοξιφλοξασίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία δεύτερης γραμμής. Το εγκεκριμένο με σήμα CE test SpeeDX (multiplex Qpcr PlexZyme) ή εμπορικά ονομαζόμενο ResistancePlus MG test με υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα, ανιχνεύει το M. genitalium και τις πιο σημαντικές μεταλλάξεις που κωδικοποιούν την αντοχή στις μακρολίδες. Στόχος μας είναι η άμεση μοριακή ανίχνευση του μικροβίου και των αντοχών του για την πρόοδο της υγείας μας https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3322676
Περουκίδου Ηλέκτρα Συγκριτική μελέτη μεθόδων για τον έλεγχο ευαισθησίας της C. auris στα αντιμυκητικά Tο αναδυόμενο πολυανθεκτικό παθογόνο Candida auris έχει αναδειχθεί ως μια παγκόσμια απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς έχει προσελκύσει μεγάλη προσοχή, λόγω της ταχείας και εκτεταμένης εμφάνισής του την τελευταία δεκαετία. Η χρήση μιας αξιόπιστης μεθόδου ελέγχου ευαισθησίας στα αντιμυκητικά είναι πολύ σημαντική για την κατάλληλη επιλογή του βέλτιστου θεραπευτικού σχήματος. Το Sensititre YeastOne είναι μια ιδιαίτερα εύχρηστη εμπορική μέθοδος, που όμως δεν έχει αξιολογηθεί για την Candida auris. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η σύγκριση του SYO και με την πρότυπη μέθοδο CLSI BMD, για την βελτιστοποίηση του πρώτου. Η παρούσα μελέτη ανέλυσε 45 κλινικά στελέχη, από μεμονωμένα περιστατικά, ανά την Αττική. Η πλειονότητα των απομονώσεων προέρχεται από αιμοκαλλιέργεια (41 απομονώσεις), ενώ δύο προέρχονται από φλεβικό καθετήρα και από μία από βρογχικές εκκρίσεις και από τραύμα. Ο AFST πραγματοποιήθηκε με βάση τις μεθοδολογίες της CLSI και του SYO για τα αντιμυκητικά φάρμακα αμφοτερικίνη Β, φλουκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, ανιντουλαφουνγκίνη, κασποφουνγκίνη και μικαφουνγκίνη. Σχετικά με την αμφοτερικίνη Β και την κασποφουγκίνη, η σύγκριση μεταξύ των δύο μεθόδων ανέδειξε μικρή συσχέτιση, σύμφωνα με το χρωματομετρικό σημείο. Αντιθέτως, η κατηγορική και η ποσοτική συμφωνία, για την αμφοτερικίνη Β, αυξάνονται θέτοντας ως σημείο αναφοράς την αναστολή ανάπτυξης του μύκητα, ή το WT-UL. Για τις εχινοκανδίνες, ανιντουλαφουγκίνη και μικαφουγκίνη, βρέθηκε εξαιρετικά υψηλή κατηγορική συμφωνία της τάξεως του 100%, μολονότι η ποσοτική συμφωνία ήταν χαμηλή, εξετάζοντας το χρωματομετρικό σημείο. Παρόμοια εικόνα παρουσίασε και η φλουκοναζόλη.Η ποσακοναζόλη και η ιτρακοναζόλη ανέδειξαν πτωχή συσχέτιση, καθώς χαμηλή βρέθηκε και η ποσοτική και η κατηγορική συμφωνία. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3417915
Πετροπούλου Γεωργία Φαινοτυπικές, βιοχημικές και ανοσολογικές μέθοδοι ανίχνευσης των καρβαπενεμασών Εισαγωγή: Η ταχεία και ακριβής ανίχνευση της παρουσίας καρβαπενεμασών σε βακτηριακά στελέχη είναι ζωτικής σημασίας για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση λοιμώξεων που πλήττουν εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως. Η τάση εμφάνισής τους σε νοσηλευόμενους ασθενείς αυξάνει περαιτέρω τη θνησιμότητα, κατατάσσοντας τις λοιμώξεις αυτές υψηλά στη λίστα των σημαντικών προβλημάτων της δημόσιας υγείας. Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι η διενέργεια συστηματικής ανασκόπησης με στόχο τη διερεύνηση των σύγχρονων φαινοτυπικών, βιοχημικών και ανοσολογικών μεθόδων διάγνωσης καρβαπενεμασών, που δημοσιεύτηκαν την τελευταία δεκαετία, 2012-2022, και ταυτόχρονα η συγκριτική αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση βιβλιογραφίας στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων PubMed, UpToDate και Google Scholar. Οι λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν είναι detection, evaluation, carbapenemases. Η ημερομηνία δημοσίευσης των αναζητούμενων άρθρων είναι από τον Ιανουάριο του 2012 έως και το Δεκέμβριο του 2022. Τα άρθρα αναφέρονται σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη σύγκριση διαφόρων φαινοτυπικών, βιοχημικών και ανοσολογικών μεθόδων ανίχνευσης καρβαπενεμασών. Η επιλογή των μελετών που τελικά συμπεριελήφθησαν στη συστηματική ανασκόπηση, έγινε με βάση τον τίτλο, την περίληψη και το κυρίως κείμενο του άρθρου. Αποτελέσματα: Οι κύριες μέθοδοι ανίχνευσης σε άρθρα δημοσιεύσεων από το 2012 έως και το 2022 είναι η CarbaNP, οι μέθοδοι με αναστολείς, η Modified Hodge Test, η Carbapenem Inactivation Method και οι ανοσοχρωματογραφίες. Παράλληλα, αναφέρονται μελέτες πρωτοποριακών διαγνωστικών μεθόδων με ικανοποιητικά αποτελέσματα όσον αφορά το όριο ανίχνευσης, την ευαισθησία, την ειδικότητα και την προγνωστική αξία. Συμπεράσματα: Ο συνδυασμός μεθόδων αποτελεί τη βάση για τη βέλτιστη και πιο έγκαιρη ανίχνευση καρβαπενεμασών, καθώς δεν υπάρχει κάποια μέθοδος από τις ανωτέρω που να υπερτερεί σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες σε όλα τα χαρακτηριστικά της. Το εκάστοτε μικροβιολογικό εργαστήριο ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιεί την κάθε μέθοδο και τα μέσα που διαθέτει, καλείται να επιλέξει την καλύτερη για αυτό μέθοδο, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που θεωρεί απαραίτητα, καθώς απόλυτη σύγκριση δεν δύναται να πραγματοποιηθεί. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3361313
Σανιδόπουλος Ιωάννης Ιn vitro φαρμακοδυναμικές μελέτες της αμφοτερικίνης β έναντι candida spp Εισαγωγή. Η Candida auris, έχει αναδειχθεί ως πολυανθεκτικό παθογόνο (multi-drug resistant, MDR) σχετιζόμενο με μεγάλη θνησιμότητα σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς. Στελέχη C. auris συχνά επιδεικνύουν υψηλότερες τιμές MIC στην αμφοτερικίνη Β με άγνωστη κλινική σημασία. Η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (L-AMB) μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια σε υψηλότερες δοσολογίες, παρ’ όλα αυτά η βέλτιστη δοσολογία για λοιμώξεις οφειλόμενες σε C. auris δεν είναι ακόμα γνωστή. Σκοπός λοιπόν της παρούσας μελέτης αποτέλεσε η προσομοίωση της φαρμακοκινητικής της L-AMB σε ένα in vitro φαρμακοκινητικό/φαρμακοδυναμικό (ΦΚ/ΦΔ) μοντέλο και η διερεύνηση της δράσης της έναντι στελεχών C. auris και η αξιολόγηση τω αποτελεσμάτων για τον υπολογισμό της βέλτιστης δοσολογίας στον άνθρωπο. Υλικά-Μέθοδοι. Μελετήθηκαν τέσσερα κλινικά στελέχη C. auris με CLSI MIC 0.5 και 2 mg/L σε ένα in vitro ΦΚ/ΦΔ μοντέλο προσομοιώνοντας L-AMB Cmax 0.25-128 mg/Lκαι χρόνο ημίσειας ζωής t1/2 9 ώρες. Το μοντέλο επικυρώθηκε χρησιμοποιώντας ένα καλά χαρακτηρισμένο στέλεχος C. albicans που είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί σε πειραματόζωα (Andes et al. AAC 2006). Τα επίπεδα της L-AMB προσδιορίστηκαν με μικροβιολογική μέθοδο διάχυσης σε άγαρ. Το μυκητικό φορτίο (log10CFU/mL) στις 48h συσχετίσθηκε με τον ΦΚ/ΦΔ δείκτη Cmax/MIC και υπολογίστηκε ο ΦΚ/ΦΔ δείκτης που αντιστοιχεί σε μυκητοστατική δράση. Με Monte Carlo ανάλυση υπολογίστηκε το % ασθενών υπό ενδοφλέβια χορήγηση 3 και 5 mg/kg q24h L-AMB και μέσο Cmax 21.87±12.47 και 57.6±21 mg/L που πέτυχαν το μυκητοστατικό ΦΚ/ΦΔ στόχο για στελέχη C. auris με διαφορετικά CLSI MICs. Αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα υπέδειξαν πολύ καλή συσχέτιση τόσο των φαρμακοκινητικών όσο και των φαρμακοδυναμικών παραμέτρων μεταξύ του in vitro ΦΚ/ΦΔ μοντέλου και τα αποτελέσματα του in vivo πειραματικού μοντέλου διάχυτης καντιντίασης με τον ΦΚ/ΦΔ δείκτη Cmax/MIC να είναι παρόμοιος (2.5 και 2.2, αντίστοιχα). Η L-AMB εμφάνισε δοσοεξαρτώμενη δράση έναντι των στελεχών C. albicans και C. auris με τον ΦΚ/ΦΔ δείκτη Cmax/MIC που αντιστοιχούσε σε μυκητοστατική και δράση ήταν Χ και Υ, αντίστοιχα. Τα ποσοστά επίτευξης του μυκητοστατικού στόχου για τις δοσολογίες L-ΑΜΒ 3 και 5 mg/kg ήταν >95% για στελέχη C. auris με MIC ≤0.25 mg/L και ≤1 mg/L, αντίστοιχα. Συμπεράσματα. Συμπερασματικά, βάσει του ΦΚ/ΦΔ στόχου που προσδιορίστηκε για τα στελέχη C.auris, η δόση των 5 mg/kg L-AMB μπορεί να χρησιμοποιηθεί έναντι των στελεχών αυτών με CLSI MIC≤1mg/L. Ωστόσο περισσότερες μελέτες απαιτούνται ώστε να πραγματοποιηθεί η in vitro-in vivo συσχέτιση της L-AMB έναντι στελεχών C.auris για να κατανοηθεί πλήρως το προφίλ ευαισθησίας της και να βελτιστοποιηθεί η αντιμυκητική θεραπεία. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3289876
Συριανού Πολυξένη Ανοσία έναντι Sars-CoV 2 μετά από φυσική νόσηση και ορολογικές μέθοδοι διάγνωσης λοίμωξης από Sars-CoV 2 Δύο έτη έχουν περάσει από την εμφάνιση του σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου που προκαλείται από τον SARS-CoV-2 κατά τα οποία έγινε πληθώρα ερευνών για την κατανόηση της αιτιολογίας της πανδημίας, των ανοσολογικών αποκρίσεων και της έγκυρης και έγκαιρης διάγνωσης της νόσου. Τα περισσότερα άτομα που έχουν νοσήσει επιτυγχάνουν κάποιας μορφής ανοσία έναντι του ιού με σχετικά λίγες αναφερόμενες επαναμολύνσεις. Ωστόσο, οι γνώσεις μας σχετικά με την έκταση και την ανθεκτικότητα αυτής της ανοσίας κατά των παραλλαγών του SARSCoV- 2 εξακολουθούν να εξελίσσονται. Αυτή η ανασκόπηση βιβλιογραφίας σκοπεύει στην κατανόηση των ανοσολογικών αποκρίσεων, έμφυτων και επίκτητων, μετά από μόλυνση από SARS-CoV-2 καθώς και τα διαγνωστικά μέσα που διατίθενται μέχρι σήμερα, μοριακές και ορολογικές δοκιμές, συζητώντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτών https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3259744
Τζανάτου Αμαλία Εφαρμογές της MALDI-TOF στην διαγνωστική των μυκοβακτηριδίων Το γένος Mycobacterium περιλαμβάνει είδη όπως τα μέλη του παθογόνου συμπλέγματος ειδών M. tuberculosis complex, έναν παγκόσμιο σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, καθώς κι ένα συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ειδών μη φυματιωδών μυκοβακτηριδίων, το 1/3 περίπου των οποίων έχουν συσχετιστεί με λοιμώξεις σημαντικής νοσηρότητας και θνητότητας. Επομένως η ταχεία κι ακριβής ταυτοποίηση των μυκοβακτηριδίων είναι κρίσιμη στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων αυτών. Η MALDI-TOF MS τεχνική έχει εισαχθεί την τελευταία δεκαετία στην εργαστηριακή πρακτική για την ταυτοποίηση των μικροοργανισμών. Αξιοποιεί τα μοναδικά, σαν αποτυπώματα, για το κάθε είδος πρωτεϊνικά φάσματα μαζών κι επιτυγχάνει ταχεία, εύκολη, αξιόπιστη κι οικονομικά αποδοτική αναγνώριση βακτηρίων, ζυμομυκήτων, υφομυκήτων και μυκοβακτηριδίων. Καθώς οι συμβατικές μέθοδοι ταυτοποίησης των μυκοβακτηριδίων είναι χρονοβόρες, η MALDI-TOF MS προσφέρει μια νέα εναλλακτική προσέγγιση που μειώνει το χρόνο του αποτελέσματος. Τα πρωτόκολλα αδρανοποίησης και προετοιμασίας του δείγματος των μυκοβακτηριδίων για τη MALDI-TOF MS ανάλυση των πρωτεϊνών τους έχουν περιγραφεί λεπτομερώς και χρησιμοποιούνται ευρέως στα κλινικά μικροβιολογικά εργαστήρια. Παράλληλα οι μελέτες αξιολόγησης της MALDI-TOF MS ως μεθόδου ταυτοποίησης των μυκοβακτηριδίων έχουν διαπιστώσει υψηλή ευαισθησία, ειδικότητα και διεργαστηριακή αναπαραγωγιμότητα. Η συνεχής αναβάθμιση των βάσεων δεδομένων με την ενσωμάτωση όλο και μεγαλύτερου αριθμού προφίλ φασμάτων μαζών από μυκοβακτηριδιακά είδη, αλλά και η ανάπτυξη ισχυρότερων λογισμικών για την ανάλυση με τη MALDI-TOF MS, είναι βασικοί επιδιωκόμενοι στόχοι. Μέσω αυτών πιστεύεται πως θα επιτυγχάνεται αξιόπιστη ταυτοποίηση μεγαλύτερου αριθμού μυκοβακτηριδιακών ειδών αλλά και καλύτερη διάκριση μεταξύ των φυλογενετικά στενά συσχετιζόμενων ειδών, καθώς το τελευταίο αποτελεί και τον κύριο περιορισμό της μεθόδου. Η MALDI-TOF MS ανάλυση των επιφανειακών, ειδικών του κάθε μυκοβακτηριδιακού είδους λιπιδίων αποτελεί πεδίο έρευνας του οποίου οι εξελίξεις αναμένονται κι υπόσχεται να συντομεύσει ακόμη περισσότερο το χρόνο ταυτοποίησης των μυκοβακτηριδίων, ίσως και να κατορθώσει την τυποποίησή τους. Οι προοπτικές που ανοίχτηκαν με την εισαγωγή της τεχνολογίας MALDI-TOF MS στη διαγνωστική των μυκοβακτηριδίων έχουν θεαματικό αντίκτυπο στην ταυτοποίηση κι ελπίζεται πως θα έχουν τον ανάλογο αντίκτυπο τόσο στην τυποποίηση όσο και στην ανίχνευση αντοχής στα αντιφυματικά φάρμακα. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3255087



Διπλωματικές εργασίες 2022-24

Ονοματεπώνυμο Τίτλος Διπλωματικής Κείμενο περίληψης Μόνιμη Διεύθυνση-ΠΕΡΓΑΜΟΣ
Βόσσου Χριστίνα Συμβολή της πολυπλεκτικής PCR στη διάγνωση των λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας και είναι κύρια αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. Οι περισσότερες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού προκαλούνται από ιούς και είναι συχνές σε παιδιά, ενήλικες και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Η υπερβολική χρήση αντιβιοτικών συμβάλλει στην ανάπτυξη αντοχής και στην διαταραχή της φυσιολογικής χλωρίδας του οργανισμού. Η διάγνωση αυτών των λοιμώξεων είναι συχνά δύσκολη λόγω των κοινών συμπτωμάτων που προκαλούν διάφορα παθογόνα. Η αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) και ειδικά η πολυπλεκτική PCR προσφέρει αξιόπιστη διάγνωση με υψηλή ευαισθησία και ταχύτητα. Οι πολυπλεκτικές εξετάσεις βοηθούν στη σωστή διάγνωση και στη βελτίωση της θεραπείας των ασθενών. Στην παρούσα μελέτη, αναλύθηκαν 4.525 δείγματα ανώτερου αναπνευστικού από παιδιά και ενήλικες και καταγράφηκε η συχνότητα των πιο κοινών παθογόνων η εποχιακή διακύμανση και η κατανομή τους ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα. Η χρήση αυτών των μεθόδων μπορεί να προσφέρει κλινικά οφέλη στη διάγνωση και θεραπεία, αλλά απαιτεί εξατομικευμένες κατευθυντήριες οδηγίες για τη σωστή εφαρμογή τους. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3477014
Γιαμαίου Πολυξένη Αμφιειδικά αντισώματα, ο ρόλος τους στη θεραπεία των B-Non Hodgkin’s λεμφωμάτων Τα τελευταία χρόνια ,τα Β μη Hodgkin λεμφώματα έχουν απασχολήσει ιδιαιτέρως την επιστημονική κοινότητα , καθώς αποτελούν τη συχνότερη αιματολογική κακοήθεια. Σύμφωνα με το Global Cancer Observatory, το 2022 καταγράφηκαν 553.389 νέα περιστατικά και 250.679 νέοι θάνατοι από μη Hodgkin λεμφώματα . Αν και πλέον η πρώτη γραμμή θεραπείας είναι ικανή να θεραπεύσει το 50 % των ασθενών, ένα σημαντικό ποσοστό υποτροπιάζει σε μικρό χρονικό διάστημα , καθιστώντας την εύρεση αποτελεσματικών φαρμάκων αναγκαία . Μία σύγχρονη θεραπευτική προσέγγιση είναι η ανοσοθεραπεία, η οποία εξελίσσεται διαρκώς . Η πρώτη εφαρμογή της ήταν το Rituximab , καθώς και άλλα μονοκλωνικά αντισώματα τα οποία σε συνδυασμό με την γενετική μηχανική και την πρόοδο της βιοτεχνολογίας, αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία πιο πολύπλοκων θεραπευτικών προϊόντων, όπως τα αμφιειδικά αντισώματα και τα CAR T cells . Τα τελευταία, αν και έχουν εγκριθεί για τη δεύτερη γραμμή θεραπείας σε ανθεκτικό ή υποτροπιάζον DLBCL, εμφανίζουν περιορισμούς στη χρήση τους ,με κυριότερο ότι δεν είναι όλοι οι ασθενείς επιλέξιμοι γι’ αυτήν την θεραπεία. Ως εκ τούτου, έπρεπε να αναπτυχθούν θεραπείες που θα απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα αμφιειδικά αντισώματα τα οποία διαθέτουν δύο θέσεις δέσμευσης αντιγόνου και αποτελούν μια ασφαλή και αποτελεσματική επιλογή για την αντιμετώπιση R/R NHL . Ο σκοπός αυτής της εργασίας είναι να παρουσιάσει την τεχνολογία των αμφιειδικών αντισωμάτων, δηλαδή τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους κατασκευάζονται ,καθώς και να εξετάσει τις εφαρμογές τους στο B NHL. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3417102
Γκούπι Χέρτα Ανεξήγητα σύνδρομα μετά από οξείες ιογενείς λοιμώξεις: το παράδειγμα του “long COVID” Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει τα ανεξήγητα σύνδρομα μετά από οξείες ιογενείς λοιμώξεις (Post-Acute Infection Syndromes, PAIS) με έμφαση στο παράδειγμα του long COVID. H ύπαρξη των PAIS είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες. Μετά την αρχική λοίμωξη από ιούς όπως SARS-CoV-2, influenza και Ebola, έχουν αναγνωριστεί πολλές ανεξήγητες μετα-λοιμώδεις επιπλοκές που επηρεάζουν τη ζωή των ασθενών για μήνες ή χρόνια. Ωστόσο, η παθοφυσιολογία τους παραμένει απροσδιόριστη, ενώ ξεκάθαρες θεραπευτικές οδοί δεν έχουν ανακαλυφθεί. Ο ερχομός του πανδημικού SARS-CoV-2 και του συνδρόμου long COVID έμελλε να είναι η αφορμή ώστε τα PAIS να αναδειχτούν ως ένα πρόβλημα που χρήζει άμεσης διερεύνησης. Το long COVID έχει επηρεάσει – και συνεχίζει να επηρεάζει – δυσμενώς τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως. Εμφανίζει μεγάλη ετερογένεια συμπτωμάτων και πολλαπλούς πιθανούς παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς, όπως η εμμένουσα ιική παρουσία, η απορρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος λόγω παρατεταμένης ανοσολογικής απόκρισης και η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία που προκαλεί διαταραχή του μεταβολισμού ενέργειας των κυττάρων, καθιστώντας δύσκολη την θεραπεία του. Η πρόληψή του long COVID που επιτυγχάνεται κυρίως με τον εμβολιασμό, αλλά και με την υιοθέτηση ενός πιο υγιεινού τρόπου ζωής με σωστή διατροφή και άσκηση, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο προς αυτήν την κατεύθυνση. Περισσότερα δεδομένα πρέπει να ληφθούν και να αξιολογηθούν, για την καλύτερη κατανόηση του συνδρόμου, ώστε το long COVID να αποτελέσει το παράδειγμα για την αντιμετώπιση και άλλων PAIS. Τα ζωικά μοντέλα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό εργαλείο για τη μελέτη της παθοφυσιολογίας του long COVID και την αναγνώριση νέων θεραπευτικών στόχων. H ετερογένεια παραγόντων κινδύνου, καθώς και η μεγάλη χρονική διάρκεια και το υψηλό κόστος των κλινικών δοκιμών καθιστούν απαραίτητη τη συνέχιση της έρευνας με διαφορετικά μοντέλα και προσεγγίσεις https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5309067
Κοσμά Ελισάβετ Ο ρόλος των Κυτταροκινών στην Καχεξία και η σύνδεσή τους με τον Παγκρεατικό Καρκίνο Το αδενοκαρκίνωμα του παγκρεατικού πόρου είναι η πιο κοινή μορφή καρκίνου του παγκρέατος και αναμένεται να γίνει η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου που σχετίζεται με τον καρκίνο έως το 2030. Η καχεξία είναι ένα σύνδρομο που εμφανίζεται περίπου στο 80% σε ασθενείς με καρκίνο του παγκρέατος. Επιπλέον, σχεδόν το 30% των θανάτων από καρκίνο του παγκρέατος οφείλονται στην καχεξία παρά στο φορτίο του όγκου. Πολλές κυτοκίνες έχουν προταθεί ότι συμμετέχουν στην ανάπτυξη της καρκινικής καχεξίας. Η ισορροπία μεταξύ προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών μεσολαβητών μπορεί να έχει κρίσιμη σημασία στον προσδιορισμό των καθαρών κλινικών επιπτώσεων της καρκινικής καχεξίας. Ο παράγοντας TNF-α και οι ιντερλευκίνες IL-6, IL-8 και IL-10 είναι βασικές κυτοκίνες που εμπλέκονται στη συσχετιζόμενη με τον καρκίνο καχεξια. Στη μελέτη μας έλαβαν μέρος 97 ασθενείς που διαγνωστήκαν με καρκίνο του παγκρέατος. Κάθε τρείς μήνες μετρήθηκαν τα επίπεδα των κυτοκινών IL-6, IL-8, IL-10 και TNF-α στον ορό ασθενών με διαγνωσμένο καρκίνο του παγκρέατος. Επίσης κάθε 3 μήνες πραγματοποιήθηκε συλλογή ανθρωπομετρικών δεδομένων και αξιολόγηση του διατροφικού κινδύνου και της λειτουργικής κατάστασης των ασθενών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα επίπεδα αυτών των κυτοκινών (μέσες τιμές) ήταν στατιστικά σημαντικά αυξημένα στους ασθενείς σε σχέση με τα υγιή άτομα (IL-6: 8.24 ± 28.03 pg/mL, p-value = 0.003, IL-10: 8.71 ± 14.51 pg/mL, p-value < 0.001, IL-8: 24.07 ± 63.82 pg/mL, p-value < 0.001, TNF- α: 18.89 ± 9.54 pg/mL, p-value < 0.001). Επίσης τα υψηλά επίπεδα των IL-6 και IL-10 συσχετίστηκαν με φτωχή φυσική κατάσταση (IL-6: p= 0.040, IL-10: p= 0.015), με παρεντερική διατροφή (IL-6: p= 0.043, IL-10: p= 0.042) και με κακή θρέψη (IL-6: p= 0.019, IL-10: p= 0.032). Παράλληλα, οι υψηλές τιμές των IL-6 (23.01 ± 39.27 pg/mL, p-value = 0.032) και IL-8 (21.5 ± 37.98 pg/mL, p-value = 0.005) συσχετίστηκαν με σαρκοπενία ενώ οι υψηλές συγκεντρώσεις των IL-8 (p-value = 0.004) και IL-10 (p-value = 0.018) με χαμηλή συνολική επιβίωση. Επιπλέον, τα αυξημένα επίπεδα του παράγοντα TNF-α (GMFCS: p-value = 0.018, SNAQ: p-value = 0.037) συσχετίστηκαν με κινητικές δυσκολίες και οι υψηλές τιμές της IL-8 με κακή Επιβίωση Χωρίς Πρόοδο (p-value = 0.023). Ο ρόλος των κυτοκινών στην ανοσία του καρκίνου έχει μελετηθεί εκτενώς τα τελευταία χρόνια. Οι προφλεγμονώδεις κυτοκίνες έχουν δειχθεί ότι επηρεάζουν έντονα την ανοσολογική κατάσταση ασθενών με καρκίνο του παγκρέατος. Είναι πιθανό, η απορρύθμιση των κυτοκινών να συμμετέχει στην ανάπτυξη ή την εξέλιξη της κακοήθους διαδικασίας. Μια συνδυαστική προσέγγιση, που περιλαμβάνει τη διατροφή, την άσκηση και τη ρύθμιση της φλεγμονής μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών και κατ’ επέκταση την πρόγνωσή τους. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3410539
Κουτσόπετρα Όλγα Whole Genome Sequencing στελεχών Klebsiella pneumoniae με πολλαπλούς μηχανισμούς αντοχής Η Klebsiella pneumoniae είναι ένα σημαντικό πολυανθεκτικό παθογόνο (MDR) που μπορεί να προκαλέσει μια σειρά λοιμώξεων σε νοσηλευόμενους ασθενείς. Με την αυξανόμενη χρήση αντιβιοτικών, η MDR K. pneumoniae είναι πιο διαδεδομένη, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες και εμπόδια στην κλινική θεραπεία. Στην παρούσα εργασία αναζητήθηκε διεξοδικά η αντίσταση στα αντιβιοτικά και ο μηχανισμοί αντοχής του K. pneumoniae, προκειμένου να γίνουν περισσότερο κατανοητοί οι μηχανισμοί δράσης του βακτηρίου. Όλα τα στελέχη απομονώθηκαν από ασθενείς που νοσηλεύονταν στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο και για την περαιτέρω διερεύνησή τους αλληλουχίθηκε ολόκληρο το γονιδίωμά τους. Μετά την αλληλούχιση και με τη χρήση κατάλληλων εργαλείων βιοπληροφορικής ανάλυσης, τα στελέχη τυποποιήθηκαν και ανιχνεύθηκαν τα γονία αντοχής τους στα αντιβιοτικά. Αντιβιοτικά όπως β-λακτάμες, αμινογλυκοσίδες και κινολόνες χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της λοίμωξης από K. pneumoniae και μετά την ανάλυση ταυτοποιήθηκαν διάφορα γονίδια αντοχής του παθογόνου για αυτά. Ιδιαίτερη έμφαση δώθηκε στα γονίδια αντοχής ενάντια στις β-λακτάμες εξαιτίας των μηχανισμών αντοχής του βακτηρίου σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα από τις ευαισθησίες στα αντιβιοτικά. Η K. pneumoniae συμβάλλει σημαντικά στην αντοχή στα αντιβιοτικά παγκοσμίως. Η κατανόηση των μηχανισμών αντοχής στα αντιβιοτικά του K. pneumoniae και των μοριακών χαρακτηριστικών θα είναι σημαντική για το σχεδιασμό στοχευμένης πρόληψης και νέων στρατηγικών ελέγχου έναντι αυτού του παθογόνου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3417909
Μπατάλης Θεόδωρος Μοριακή διερεύνηση του Ανδρογονικού Υποδοχέα στα Τριχοθυλάκια Η ανδρογενετική αλωπεκία (ΑΓΑ) αποτελεί ιδιαίτερη κατάσταση του τριχωτού της κεφαλής και χαρακτηρίζεται από σταδιακή απώλεια τριχών της που ακολουθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο. Βασικοί αιτιολογικοί παράγοντες για την εμφάνισή της φαίνεται να αποτελούν η γενετική προδιάθεση του ατόμου, σε συνδυασμό με την παρουσία φυσιολογικών επιπέδων κυκλοφορούντων ανδρογόνων. Ο επιπολασμός της ΑΓΑ είναι υψηλός (έως και 50% των ανδρών επηρεάζονται έως την ηλικία των 50 ετών) και παρότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την υγεία του ατόμου, επηρεάζει έντονα την ψυχολογική του κατάσταση σχετικά με την αυτοεικόνα του. Η κατανόηση της παθογένειας της AΓA έχει αυξηθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. H ΑΓΑ εκδηλώνεται με απορρύθμιση της χρονικής διάρκειας των σταδίων του κύκλο ανάπτυξης της τρίχας. Η αναγενής φάση ανάπτυξης των τριχοθυλακίων μειώνεται ενώ η τελογενής, που αποτελεί το στάδιο παύσης της, αυξάνεται. Αυτή η διαδικασία σε συνδυασμό με την προοδευτική σμίκρυνση του τριχοθυλακίου, οδηγούν τελικά στην αλωπεκία. Τα παραπάνω εξαρτώνται κυρίως από τη δράση των ανδρογόνων και βασικό παράγοντα σε μοριακό επίπεδο αποτελεί ο ανδρογονικός υποδοχέας (androgen receptor, AR), μέσω του οποίου τα ανδρογόνα εκκινούν τη σηματοδότησή τους. Επομένως, η μελέτη του πως οι πολυμορφισμοί του επηρεάζουν τη δράση του είναι σημαντική για την περαιτέρω κατανόηση του φαινομένου. Στην παρούσα εργασία μελετήθηκαν συγκεκριμένοι πολυμορφισμοί του εξονίου 1 του AR που σχετίζονται με την εμφάνιση της της ΑΓΑ: ο StuI (SNP rs6152 G>A) και οι τρινουκλεοτιδικές επαναλήψεις GGC ((GGT)₃ GGG (GGT)₂ (GGC)₁₇). Ο πληθυσμός της μελέτης ήταν συνολικά 40 άτομα, μόνο άνδρες και χωρίστηκε σε δύο ομάδες των 20 η κάθε μία: μια ομάδα πασχόντων από ΑΓΑ και μία ομάδα υγιών δοτών χωρίς κανένα σημάδι απώλειας τριχών. Η μέθοδος που εφαρμόστηκε για την ταυτοποίηση των πολυμορφισμών ήταν η RFLP και η αλληλούχιση κατά Sanger, αντίστοιχα. Η μέθοδος RFLP εφαρμόστηκε και στα 40 άτομα της μελέτης, ενώ η αλληλούχιση κατά Sanger εφαρμόστηκε σε 23 άτομα, 13 από την ομάδα πασχόντων και 10 από την ομάδα υγιών δοτών. Συνολικά, από τους πάσχοντες, 2 άτομα έφεραν τον StuI πολυμορφισμό και από την ομάδα υγιών, 3 άτομα. Σχετικά με τις τρινουκλεοτιδικές επαναλήψεις, οι πάσχοντες έφεραν κατά μέσο όρο 17.38 επαναλήψεις ενώ οι υγιείς δότες, 17.10. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων για κανέναν από τους δύο πολυμορφισμούς, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στο μικρό στατιστικό δείγμα της μελέτης. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5320645
Ντεμίραϊ Άμπρα Διερεύνηση του ρόλου των β-αμυντικών (β-defensins) στην ρευματοειδή αρθρίτιδα Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) είναι μια αυτοάνοση, χρόνια, φλεγμονώδης νόσος που επηρεάζει κυρίως τις αρθρώσεις, με επακόλουθο πόνο, δυσκαμψία και, με την πάροδο του χρόνου, βλάβες στους ιστούς των αρθρώσεων. Η πάθηση αυτή προκαλεί παραμόρφωση και δυσλειτουργία των αρθρώσεων σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε ασθενή και χωρίς παρέμβαση η βλάβη είναι στο μεγαλύτερο μέρος της μη αναστρέψιμη. Πλήττει περισσότερο τις γυναίκες και ο επιπολασμός, που υπολογίζεται στο 1% παγκοσμίως, διαφέρει σημαντικά μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών και εθνοτικών ομάδων. Η αιτιολογία της ΡΑ παραμένει ασαφής, όμως η επικρατέστερη άποψη είναι ότι οφείλεται σε συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που πυροδοτούν την ανώμαλη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και την λανθασμενη επίθεση σε στοιχεία του ίδιου του οργανισμού. Οι β-αμυντίνες (β-defensins) είναι μικρά πεπτίδια, μήκους περίπου 30 αμινοξέων, με αντιμικροβιακή και ανοσορρυθμιστική δράση. Παράγονται κυρίως από επιθηλιακά κύτταρα και κερατινοκύτταρα, αλλά έχουν εντοπιστεί και σε μονοκύτταρα, μακροφάγα και δενδριτικά κύτταρα μεταξύ άλλων. Έχουν την ικανότητα να προσελκύουν κύτταρα του ανοσοποιητικού, να επάγουν την ωρίμανση ορισμένων από αυτά, να ρυθμίζουν κυτταρικές λειτουργίες και να προκαλούν παραγωγή κυτταροκινών. Ως εκ τούτου, εμπλέκονται στην ενεργοποίηση της έμφυτης και επίκτητης ανοσολογικής απάντησης, συμβάλλοντας στην ρύθμιση και των φλεγμονωδών αντιδράσεων. Στην ΡΑ, έχει φανεί από μελέτες ότι οι β-αμυντίνες είναι παρούσες στα σημεία της φλεγμονής στις αρθρώσεις, αλληλεπιδρώντας τόσο με κύτταρα των ιστών της άρθρωσης όσο και με κύτταρα του ανοσοποιητικού. Φαίνεται να συμβάλλουν στα γεγονότα που πυροδοτούν την ανάπτυξη και εξέλιξη της νόσου, όπως η παραγωγή φλεγμονωδών μεσολαβητών που καταστρέφουν τις αρθρώσεις, και οι αλλαγές στην ποσότητά τους σε κρίσιμους για την ΡΑ ιστούς είναι αποδεδειγμένες. Σκοπός αυτής της εργασίας ήταν να εξετάσει τις συγκεντρώσεις τριών β-αμυντινών, της HBD1, HBD2 και HBD3, στον ορό ασθενών με ΡΑ και υγιών ατόμων, και να διερευνήσει αν παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Επιπλέον, η μελέτη είχε ως στόχο να εξετάσει τη σχέση των επιπέδων αυτών με δείκτες της νόσου, προκειμένου να αξιολογηθεί η πιθανή χρησιμότητά τους ως βιοδείκτες για τη διάγνωση ή/και παρακολούθηση της ΡΑ. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3479785
Ντόντα Άννα-Μαρία Η σχέση μεταξύ ομάδων αίματος ABO και αιμοστατικού μηχανισμού Η διπλωματική αυτή εργασία επικεντρώνεται στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των ομάδων αίματος και του μηχανισμού της αιμόστασης, εξετάζοντας τη συσχέτιση των ομάδων αίματος τόσο με αιμορραγικές διαταραχές όσο και με παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η προεκλαμψία. Στόχος της μελέτης είναι να κατανοηθεί ο ρόλος που διαδραματίζουν οι διαφορετικές ομάδες αίματος στην αιμόσταση και να διερευνηθούν οι μηχανισμοί που ενδέχεται να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών ή θρομβωτικών επεισοδίων. Η μελέτη έδειξε ότι οι ομάδες αίματος παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον κίνδυνο εμφάνισης θρομβώσεων και αιμορραγιών, με την ομάδα αίματος O να παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο αιμορραγικών διαταραχών και τις μη-O ομάδες να σχετίζονται περισσότερο με θρομβώσεις. Παράλληλα, προέκυψαν ενδιαφέρουσες συσχετίσεις με άλλες παθήσεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η στεφανιαία νόσος, οι οποίες ωστόσο απαιτούν περαιτέρω έρευνα για την πλήρη κατανόησή τους. Συμπερασματικά, η παρούσα έρευνα αναδεικνύει τη σημασία των ομάδων αίματος στην εξατομικευμένη παρακολούθηση των ασθενών και τη συσχέτισή τους με διάφορες παθολογίες, ωστόσο επισημαίνεται η ανάγκη για επιπλέον μελέτες για την επαλήθευση και εμβάθυνση των ευρημάτων αυτών. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3440750
Παπαδάμου Παναγιώτα Ενδοφλέβια φωσφομυκίνη και η δράση της στη συνεργική θεραπεία λοιμώξεων από ανθεκτικά gram(-) βακτήρια Η αντιμετώπιση των λοιμώξεων από Gram (-) πολυανθεκτικά βακτήρια εξελίσσεται σε ιδιαίτερη πρόκληση τις τελευταίες δεκαετίες, εξαιτίας των περιοριζόμενων θεραπευτικών επιλογών. Η φωσφομυκίνη, ένα παλαιότερο αντιβιοτικό με μοναδικό μηχανισμό δράσης και ευνοϊκές φαρμακοκινητικές παραμέτρους, επανέρχεται στο προσκήνιο ως ενδοφλέβιο σκεύασμα σε συνδυαστικά σχήματα. Στην εργασία αυτή συνοψίζονται τα κύρια διαθέσιμα δεδομένα για την πιθανή συνεργική δράση της φωσφομυκίνης με άλλες κατηγορίες αντιμικροβιακών. Σε πολλές in vitro μελέτες παρατίθενται ενδείξεις συνέργειας με καρβαπενέμες, αμινογλυκοσίδες και πολυμυξίνες καθώς και ποικίλα άλλα αντιμικροβιακά με κυμαινόμενα αποτελέσματα. Κλινικά, παρουσιάζονται στοιχεία από σειρές περιστατικών, αναδρομικές και προοπτικές μελέτες που υποστηρίζουν τη συμπερίληψή της σε αντιμικροβιακά σχήματα έναντι σοβαρών λοιμώξεων, με πιθανό όφελος στην ενίσχυση της αντιμικροβιακής δράσης και την πρόληψη ανάπτυξης αντοχής. Παρά τις θετικές ενδείξεις, η ετερογένεια των μεθοδολογιών έρευνας και η έλλειψη τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών δυσχεραίνουν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Συνεπώς καθίσταται αναγκαία η υλοποίηση επιπλέον ποιοτικών ερευνών με στόχο να καθοριστεί ο θεραπευτικός ρόλος της ενδοφλέβιας φωσφομυκίνης και να υποστηριχθεί η ενσωμάτωσή της στις θεραπευτικές κατευθυντήριες οδηγίες https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5358561
Παπαδοπούλου Κυριακή-Κορίνα Μοριακή επιδημιολογία Εντεροΐών σε Παιδιατρικούς και Ενήλικες Ασθενείς Το γένος Enterovirus της οικογένειας Picornaviridae περιλαμβάνει μια ετερογενή ομάδα RNA ιών που προκαλούν πληθώρα λοιμώξεων στον άνθρωπο, κυμαινόμενων από ήπιες εμπύρετες καταστάσεις έως σοβαρά νευρολογικά σύνδρομα. Οι ανθρώπινοι εντεροϊοί κατατάσσονται στα είδη Enterovirus A–D και παρουσιάζουν έντονη γενετική ποικιλομορφία, κυρίως λόγω του υψηλού ρυθμού μεταλλάξεων και γενετικού ανασυνδυασμού. Η επιτήρηση των εντεροϊών βασίζεται σε σύγχρονες τεχνικές, όπως η αντίστροφη μεταγραφή – αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (RT-PCR), η αλληλούχιση του γονιδίου VP1 και η πλήρης ανάλυση του γονιδιώματος (WGS), οι οποίες επιτρέπουν την ακριβή γονοτυπική ταυτοποίηση και την παρακολούθηση της κυκλοφορίας των στελεχών στον πληθυσμό. Η εις βάθος κατανόηση της μοριακής βιολογίας και της επιδημιολογικής συμπεριφοράς των εντεροϊών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη δημόσια υγεία, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες όπως τα παιδιά. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στη μοριακή διερεύνηση της κυκλοφορίας ανθρώπινων εντεροϊών σε πληθυσμό της Νότιας Ελλάδας, μέσω της εφαρμογής σύγχρονων τεχνικών ανίχνευσης, τυποποίησης και φυλογενετικής ανάλυσης. Τα κλινικά δείγματα προέρχονταν από ασθενείς με λοιμώξεις του αναπνευστικού, ιογενή μηνιγγίτιδα ή εμπύρετα σύνδρομα αδιευκρίνιστης αιτιολογίας, και συλλέχθηκαν στο πλαίσιο της διαγνωστικής ρουτίνας του Εργαστηρίου Κλινικής Μικροβιολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου «Αττικόν». Η μοριακή ανίχνευση πραγματοποιήθηκε μέσω in-house Real-Time RT-PCR, η οποία στοχεύει την ιδιαίτερα συντηρημένη περιοχή 5′-UTR του γονιδιώματος των εντεροϊών, καθώς και με τη χρήση εμπορικών διαγνωστικών κιτ. Ο προσδιορισμός των οροτύπων των ανιχνευθέντων στελεχών βασίστηκε στην αλληλούχιση του γονιδίου VP1, που αποτελεί τον χρυσό κανόνα για τον γονοτυπικό προσδιορισμό του οροτύπου και τη συγκριτική γενωμική των διαφορετικών στελεχών. Επιλεγμένα δείγματα υψηλής ποιότητας και κλινικού ενδιαφέροντος υπεβλήθησαν σε πλήρη γονιδιωματική ανάλυση με τεχνολογία Αλληλούχησης Επόμενης Γενιάς (Next Generation Sequencing – NGS), προσφέροντας λεπτομερή εικόνα της γενετικής σύστασης και των ενδογενών μεταλλάξεων. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανέδειξε την ταυτόχρονη κυκλοφορία διαφορετικών οροτύπων, με επικράτηση των στελεχών του είδους Enterovirus B και συχνότερο ορότυπο τον Echovirus 30 (E-30), ο οποίος συσχετίστηκε με επιδημική έξαρση ιογενούς μηνιγγίτιδας το 2018. Ιδιαίτερη σημασία είχε η ανίχνευση και μοριακή επιβεβαίωση του Enterovirus D68 (EV-D68) σε δείγματα τόσο του αναπνευστικού συστήματος όσο και εγκεφαλονωτιαίου υγρού, στοιχείο που τεκμηριώνει την νευροτροπικότητά του και ενισχύει την ανάγκη για ενισχυμένη επιτήρηση. Η εφαρμογή της τεχνολογίας NGS συνέβαλε περαιτέρω στην αναγνώριση ασυνήθιστων ή αναδυόμενων στελεχών, όπως και στην πλήρη γονιδιωματική ανάλυση των στελεχών που μελετήθηκαν. Συνολικά, η μελέτη υπογραμμίζει την αξία της ενσωμάτωσης προηγμένων μοριακών τεχνολογιών στη σύγχρονη κλινική διαγνωστική και επιδημιολογική παρακολούθηση των εντεροϊών, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην έγκαιρη ταυτοποίηση επιδημικών στελεχών και στην ενίσχυση της δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5302026
Παραλίκας Νικόλαος Διερεύνηση του ρόλου των β-αμυντικών (β-defensins) στην φλεγμονώδη αρθρίτιδα εκφυλιστικής και αυτοάνοσης αιτιολογίας Ο όρος φλεγμονώδης αρθρίτιδα αναφέρεται σε ένα σύνολο παθήσεων, συχνά αυτοάνοσης αιτίας, οι οποίες προκαλούν φλεγμονή στις αρθρώσεις και κατά συνέπεια πόνο, δυσκαμψία και αίσθηση θερμότητας. Τα κυριότερα νοσήματα που σχετίζονται με την φλεγμονώδη αρθρίτιδα είναι ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος , η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η ψωριασική αρθρίτιδα. Η παρούσα εργασία περιλαμβάνει την διερεύνηση της φλεγμονώδους αρθρίτιδας εκφυλιστικής και αυτοάνοσης αιτιολογίας σε σχέση με την διακύμανση των ντεφενσινών που παράγονται κατά την απόκριση της φυσικής ανοσίας. Η φυσική ανοσία αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού ενάντια σε λοιμώξεις και χαρακτηρίζεται ως μη ειδική και άμεση αντίδραση, καθώς δεν εξαρτάται από προηγούμενη έκθεση σε παθογόνα. Οι ντεφενσίνες είναι μικρά πεπτίδια με αντιμικροβιακή και αντιική δράση και αποτελούν μέρος του έμφυτου ανοσοποιητικού συστήματος. Ο ρόλοι τους συμπεριλαμβάνουν την αυτοαντιγονική διάσπαση, την ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης και την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτταροκινών. Οι κυριότερες υποκατηγορίες των ντεφενσινών είναι οι α-, β-, και θ- ντεφενσίνες. Συγκεκριμένα, σε ασθενείς που πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, σύνδρομο Sjogren και συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, έχουν παρατηρηθεί διακυμάνσεις στην παραγωγή ντεφενσινών, χωρίς όμως να έχει διαπιστωθεί ένα ξεκάθαρο μοτίβο. Στην παρούσα εργασία έγινε χρήση της ανοσολογικής τεχνικής Sandwich ELISA σε ορούς ασθενών που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλες αυτοάνοσες νόσους που προκαλούν φλεγμονή, με στόχο τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης των ανθρώπινων β- ντεφενσινών 1, 2 και 3 (human BD-1, hBD-2 και hBD-3) αντίστοιχα. Τελικός σκοπός ήταν η διερεύνηση της πιθανής συσχέτισης μεταξύ της φλεγμονώδους αρθρίτιδας εκφυλιστικής και αυτοάνοσης αιτιολογίας και της διακύμανσης στην έκκριση των β-ντεφενσινών. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3661765
Πέπη Παναγιωτούλα Εφαρμογές της Υγρής Χρωματογραφίας-Φασματομετρίας Μάζας στο Εργαστήριο Κλινικής Βιοχημείας Η διαδοχική φασματομετρία μαζών, ειδικά σε συνδυασμό με υγρή χρωματογραφία (LC–MS/MS), εφαρμόζεται σε σημαντικούς διαγνωστικούς τομείς της εργαστηριακής ιατρικής. Η υψηλή ακρίβεια της LC–MS/MS την καθιστούν αναντικατάστατη σε πολλές διαγνωστικές αναλύσεις. Η παρούσα διπλωματική εργασία στοχεύει στην ανάδειξη της σημασίας της LC–MS/MS ως ένα ισχυρό εργαλείο στο Eργαστήριο Kλινικής Bιοχημείας. Οι τρέχουσες εφαρμογές ρουτίνας της LC–MS/MS καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναλυτών στη θεραπευτική παρακολούθηση φαρμάκων, την τοξικολογία και την ενδοκρινολογία, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου νεογνών. Οι μελλοντικές κατευθύνσεις εφαρμογής της είναι, για παράδειγμα, η ποσοτικοποίηση των πρωτεϊνών και η μετάβαση από στοχευμένες σε μη στοχευμένες προσεγγίσεις omics, ανακαλύπτοντας νέους βιοδείκτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την πρόβλεψη και τη διάγνωση ασθενειών. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3471208
Πετσιμέρη Αικατερίνη Θεραπεία με φάγους για την αντιμετώπιση λοιμώξεων από πολυανθεκτικά βακτήρια Η αυξανόμενη αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά, ακόμη και της τελευταίας γενεάς, όπως και η απουσία ενδιαφέροντος των φαρμακευτικών εταιρειών για ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών, καθιστά επιτακτική την ανάγκη εύρεσης εναλλακτικών θεραπειών. Η χρήση φάγων και των προϊόντων που αυτά παράγουν είναι μια επιλογή εναλλακτικής θεραπείας, αν λάβει κανείς υπόψη του τη βακτηριοκτόνο δράση τους, την απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών, καθώς και το γεγονός ότι δεν επηρρεάζουν την μικροβιακή χλωρίδα του οργανισμού. Στην παρούσα διπλωματική εργασία γίνεται μια ανασκόπηση in vivo και in vitro μελετών, όπως και παρηγορητικών θεραπειών, που χρησιμοποιήθηκαν σε ασθενείς με λοιμώξεις από πολυανθεκτικά μικρόβια, συγκεκριμένα έναντι Gram-αρνητικών βακτηρίων (Α. baumannii, K. pneumoniae, E. coli, P. aeruginosa, V. cholerae), Gram-θετικών βακτηρίων (S. aureus, Enterococcus spp.) και του Μ. tuberculosis. Παρουσιάζονται μελέτες και παρηγορητικές θεραπείες έναντι πολυανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηριακών λοιμώξεων, όπως των extensively drug-resistant (XDR) και multi-drug-resistant (MDR) βακτηριακών λοιμώξεων του αναπνευστικού και ουροποιητικού συστήματος, λοιμώξεων μετά από χρήση καρδιαγγειακών συσκευών, λοιμώξεων μετά από ορθοπαιδικά χειρουργεία και χρήση εμφυτευμάτων, αλλά και λοιμώξεων χρόνιων ελκών και οστεομυελίτιδας με ή χωρίς συγχορήγηση αντιβίωσης. Επίσης, εξετάζεται η αποτελεσματικότητα της θεραπείας με φάγους έναντι του βιοφίλμ που αναπτύσσεται από τα βακτήρια. Επιπρόσθετα, παρουσιάζονται τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της χρήσης φάγων, η ανοσιακή απάντηση του οργανισμού, οι αλληλεπιδράσεις των φάγων με τα ευκαρυωτικά κυτταρα, το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο, ενώ γίνεται και συζήτηση για τους περιορισμούς της θεραπείας με φάγους. Παρά την επιτακτική ανάγκη για περισσότερες κλινικές μελέτες σε σχέση όχι μόνο με την αποτελεσματικότητα, αλλά και τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της θεραπείας με φάγους, όπως και με τον καθορισμό του ρυθμιστικού πλαισίου της, η χρήση των φάγων, πιθανόν σε συνδυασμό με αντιβιοτικά, είναι ελπιδοφόρα για την καταπολέμηση των πολυανθεκτικών στα αντιβιοτικά λοιμώξεων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η θεραπεία με φάγους είναι αποτελεσματική στην καταπολέμηση των πολυανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηριακών λοιμώξεων, προάγοντας μάλιστα, σε αρκετές εξ’ αυτών, την αναστροφή της αντίστασης των βακτηρίων στα αντιβιοτικά ή σε άλλους φάγους ή την ελάττωση της λοιμογόνου δύναμης του βακτηρίου μέσω μεταβολών βασικών βακτηριακών δομών, όπως του κυτταρικού τοιχώματος και της κυτταρικής μεμβράνης. Αυτές οι παρατηρήσεις καθιστούν τη θεραπεία με φάγους μία πολλά υποσχόμενη λύση έναντι των πολυανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηριακών λοιμώξεων. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5308607
Σκέμπη Αναστασία Διαγνωστικές τεχνολογίες Point-of-Care για τη λοίμωξη COVID-19: Καινοτομίες, αποτελεσματικότητα και παγκόσμιος αντίκτυπος Η πανδημία του COVID-19, έκανε την εμφάνιση της για πρώτη φορά το 2019 στην Κίνα, είναι μια ασθένεια που προκαλείται από τον SARS-COV-2 και η εκδήλωση της ποικίλλει από ήπιες έως σοβαρές λοιμώξεις στους ανθρώπους. Η γρήγορη εξάπλωση του ιού, δημιούργησε την ανάγκη για ταχείες, αξιόπιστες και εύκολες τεχνικές για την άμεση ανίχνευση του ιού καθώς επίσης και τον γρήγορο περιορισμό εξάπλωσης του. Καινοτόμες διαγνωστικές τεχνολογίες Point of Care (POC) έχουν συμβάλλει σημαντικά στην προσπάθεια αυτή καθώς παρέχουν μεταξύ άλλων την δυνατότητα άμεσης ανίχνευσης ακόμα και στον προσωπικό χώρο του ασθενούς χωρίς την προσέλευση σε νοσοκομεία-μονάδες υγείας. Το έγγραφο αυτό εξετάζει την ανάπτυξη και την αποτελεσματικότητα διαγνωστικών μεθόδων POC για τον COVID-19, συμπεριλαμβανομένων ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου (Rapid Test), μοριακών τεχνικών (RT-PCR), τεστ ανίχνευσης αντισωμάτων και τεχνολογικές καινοτομίες μικρορευστομηχανικής, νανοτεχνολογίας και άλλων. Η ανάπτυξη και εξέλιξη αυτών των τεχνολογιών έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ευαισθησίας, της ειδικότητας και της ταχείας ανίχνευσης, γεγονός που τις καθιστά ιδανικές για χρήση σε μαζικό αριθμό δειγμάτων και σε χώρους με περιορισμένους πόρους. Επιπλέον, σε παγκόσμιο επίπεδο η συνεχής ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών είχε θετικό αντίκτυπο στον έλεγχο και την διαχείριση των εστιών, στην μείωση του φόρτου εργασίας των επαγγελματιών υγείας και στην λήψη αποφάσεων προς όφελος της δημόσιας υγείας. Οι διαγνωστικές τεχνικές POC είναι και θα συνεχίσουν να αποτελούν σημαντικό εργαλείο της παγκόσμιας στρατηγικής για την υγεία, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα για συνεχή εξέλιξη των τεχνικών αυτών και εύκολη πρόσβαση προς όλους, με σκοπό την άμεση διαχείριση μελλοντικών πανδημιών. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3661266
Σολωμού Παναγιώτα Ο ρόλος του εντερικού μικροβιώματος στη νόσο Αλζχάϊμερ Η Νόσος Alzheimer αποτελεί μια εκ των συχνότερων νευροεκφυλιστικών ασθενειών στον δυτικό κόσμο, με την αύξηση του επιπολασμού της να εντείνεται χρόνο με τον χρόνο καθιστώντας την μια από της μεγαλύτερες προκλήσεις στον τομέα της υγείας. Παρότι υπάρχει πρόοδος στις τεχνικές διάγνωσης τα αίτια της παθολογίας της παραμένουν ανεξερεύνητα σε μεγάλο βαθμό αλλά και τα θεραπευτικά μέσα για την αντιμετώπισή της είναι ακόμη περιορισμένα. Πρόσφατα δεδομένα
φαίνεται να υποστηρίζουν πως το εντερικό μικροβίωμα αναδεικνύεται ως ένας καθοριστικός παράγοντας στην παθοφυσιολογία της νόσου, μέσω της δυσβίωσης, της ενίσχυσης της νευροφλεγμονής και της διατάραξηςτου άξονα- μικροβίωμα-έντερο-εγκέφαλος. Στην παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρείται μια βιβλιογραφική ανασκόπηση των μελετών που συνδέουν τις μεταβολές της μικροβιακής κοινότητας με την εκφύλιση του ΚΝΣ αλλά και των νέων θεραπευτικών μέσων και στρατηγικών που στοχεύουν στην ρύθμιση του μικροβιώματος. Αναλύονται οι επικρατούσες θεωρίες παθογένεσης της νόσου, οι επιδράσεις του μικροβιώματος στον οργανισμό και εξετάζονται νέες προσεγγίσεις αντιμετώπισης της νόσου με διατροφικές παρεμβάσεις, χρήση προβιοτικών, πρεβιοτικών και συμβιωτικών, καθώς και πιο καινοτόμες μέθοδοι όπως η μεταμόσχευση κοπράνων και η διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου. Τα νέα αυτά δεδομένα υποστηρίζουν πως οι παραπάνω στοχευμένες ενέργειες και παρεμβάσεις μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά με τις κλασσικές θεραπείες προσφέροντας νέες προοπτικές στην αντιμετώπιση της νόσου.
Συμβουλάκη Στέλλα Νέες επεμβατικές και μη επεμβατικές προγεννητικές μέθοδοι Οι πρόσφατες εξελίξεις στην προγεννητική διάγνωση έχουν εισαγάγει καινοτόμες μεθόδους για την αξιολόγηση της εμβρυϊκής υγείας και των γενετικών καταστάσεων, ιδιαίτερα μέσω της μη επεμβατικής προγεννητικής δοκιμής (NIPT) και της ποσοτικής αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης με φθορισμό (QF-PCR). Και οι δύο μεθοδολογίες έχουν επηρεάσει σημαντικά την προγεννητική φροντίδα, προσφέροντας ξεχωριστά οφέλη και καλύπτοντας διαφορετικές κλινικές ανάγκες. Αυτή η μελέτη συγκρίνει τις δύο μεθόδους NIPT και QF-PCR, επισημαίνοντας τις τεχνικές, τις εφαρμογές, τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς τους. Το NIPT είναι μια μη επεμβατική μέθοδος προ-συμπτωματικού ελέγχου (screening) που αναλύει το εμβρυϊκό DNA χωρίς κύτταρα (cffDNA) που κυκλοφορεί στο μητρικό αίμα. Θραύσματα εμβρυϊκού DNA από τον πλακούντα εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος της μητέρας, επιτρέποντας την ανάλυσή τους χωρίς κίνδυνο για το έμβρυο. Το NIPT χρησιμοποιείται κυρίως για τον έλεγχο για κοινές ανευπλοειδίες όπως η τρισωμία 21 (σύνδρομο Down), η τρισωμία 18 και η τρισωμία 13. Χρησιμοποιείται επίσης ολοένα και περισσότερο για την ανίχνευση ανωμαλιών των φυλετικών χρωμοσωμάτων και ορισμένων μονογονιδιακών διαταραχών. Το τεστ μπορεί να πραγματοποιηθεί ήδη από τη 10η εβδομάδα της εγκυμοσύνης, παρέχοντας έγκαιρη εκτίμηση κινδύνου και επιτρέποντας έγκαιρες κλινικές αποφάσεις. Είναι μέθοδος μη επεμβατική που προσφέρει πρώιμη ανίχνευση, υψηλή ακρίβεια και ευρύ πεδίο εφαρμογής. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή παρέχει μια εκτίμηση κινδύνου και όχι διάγνωση. Επίσης, έχει υψηλότερο κόστος και οι πληροφορίες που προσφέρει είναι πιο περιορισμένες. Από την άλλη πλευρά, η QF-PCR είναι μια επεμβατική διαγνωστική τεχνική που αναλύει το εμβρυϊκό DNA που λαμβάνεται μέσω δειγματοληψίας χοριακής λάχνης (CVS) ή αμνιοπαρακέντησης. Η μέθοδος χρησιμοποιεί εκκινητές σημασμένους με φθορίζουσα χρωστική για να ενισχύσει και να ποσοτικοποιήσει συγκεκριμένες περιοχές του DNA που σχετίζονται με χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει την ταχεία και ακριβή ανίχνευση αριθμητικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Η QF-PCR χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση ή τον αποκλεισμό συγκεκριμένων χρωμοσωμικών ανωμαλιών που ανιχνεύονται μέσω επεμβατικών διαδικασιών. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διάγνωση καταστάσεων όπως η τρισωμία 21, η τρισωμία 18 και η τρισωμία 13. Ο γρήγορος χρόνος διεκπεραίωσης την καθιστά πολύτιμη για έγκαιρες αποφάσεις διαχείρισης. Παρέχει γρήγορα αποτελέσματα με υψηλή ακρίβεια ενώ χρησιμεύει και ως εργαλείο επιβεβαίωσης ευρημάτων. Ωστόσο, αποτελεί μια επεμβατική διαδικασία και το πεδίο ανίχνευσης είναι αρκετά περιορισμένο. Το NIPT και η QF-PCR είναι συμπληρωματικά εργαλεία στην προγεννητική διάγνωση. Το NIPT παρέχει μια μη επεμβατική, πρώιμη μέθοδο ανίχνευσης με υψηλή ακρίβεια για την ανίχνευση μιας σειράς χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Αντίθετα, η QF-PCR, αν και επεμβατική, προσφέρει γρήγορα και οριστικά αποτελέσματα για συγκεκριμένες καταστάσεις, καθιστώντας την ένα πολύτιμο τεστ επιβεβαίωσης. Η επιλογή μεταξύ αυτών των μεθόδων εξαρτάται από το κλινικό πλαίσιο, τις προτιμήσεις των ασθενών και την ανάγκη για έγκαιρες διαγνωστικές πληροφορίες. Η κατανόηση των αντίστοιχων πλεονεκτημάτων και περιορισμών βοηθά τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης να προσφέρουν εξατομικευμένη προγεννητική φροντίδα και στοχευμένη λήψη αποφάσεων. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5297738
Χασιώτη Γεωργία Whole Genome Sequencing κλινικών στελεχών Elizabethkingia spp. από λοιμώξεις ασθενών ΜΕΘ Το βακτήριο Elizabethkingia αποτελεί ένα σπάνιο, μη επαρκώς μελετημένο Gram(-) ευκαιριακό νοσοκομειακό παθογόνο, με ενδογενή αντοχή σε πολλά αντιβιοτικά και αίτιο δυνητικά θανατηφόρων λοιμώξεων. Προκαλεί λοιμώξεις του αναπνευστικού, μηνιγγίτιδα, ενδοκαρδίτιδα, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, νοσοκομειακή βακτηριαιμία, σήψη, κυρίως σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς και νεογνά. Δεν αποτελεί μέρος της μικροβιακής χλωρίδας του ανθρώπου και ανευρίσκεται σε φυσικό αλλά και σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Στο νοσοκομειακό περιβάλλον αναπτύσσεται σε υγρές επιφάνειες, σε καθετήρες και ιατρικές συσκευές, οδηγώντας σε υψηλά ποσοστά ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων. Η ικανότητα του μικροοργανισμού να δημιουργεί βιομεμβράνες (biofilm), τον καθιστά εξαιρετικά ανθεκτικό στην εξάλειψή του από την στιγμή που εισαχθεί στο νοσοκομειακό περιβάλλον.   Η ταυτοποίηση σε επίπεδο είδους με τις παραδοσιακές μικροβιολογικές μεθόδους έχει αποδειχθεί δυσχερής, με αποτέλεσμα την υποτίμηση των κλινικών περιστατικών που οφείλονται στο συγκεκριμένο μικροοργανισμό. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να συγκρίνει τη δυνατότητα ταυτοποίησης του είδους των στελεχών Elizabethkingia spp. μέσω διαφορετικών εμπορικά διαθέσιμων συστημάτων ταυτοποίησης και μέσω της αλληλούχισης ολόκληρου του γονιδιώματος. Επίσης, σκοπός της ήταν να αναδείξει γονίδια αντοχής στα διαθέσιμα αντιμικροβιακά φάρμακα και με την τυποποίηση των στελεχών μέσω αλληλούχισης του γονιδιώματος του πυρήνα (core-genome MLST) να διερευνήσει την ύπαρξη ή μη γενετικής συσχέτισης μεταξύ στελεχών τα οποία απομονώθηκαν από κλινικά δείγματα ασθενών της ΜΕΘ του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, τα στελέχη ταυτοποιήθηκαν ως E. anophelis με τη χρήση του Vitek MS Prime (bioMérieux). Η ταυτοποίηση μέσω αλληλούχισης του γονιδιώματος συμφώνησε με τα αποτελέσματα του Vitek MS Prime ενώ η μέθοδος Vitek 2 απέτυχε, κατατάσσοντας όλα στα στελέχη στο είδος E. meningoseptica. Σε όλα τα στελέχη ανιχνεύθηκαν γονίδια αντοχής, επιβεβαιώνοντας την υψηλού επιπέδου αντοχή στην πλειοψηφία των αντιβιοτικών φαρμάκων. Τέλος, η τυποποίηση ανέδειξε την ύπαρξη γενετικής συσχέτισης μεταξύ των στελεχών και τεκμηρίωσε την επιδημική έξαρση στελεχών του είδους E. anophelis στη ΜΕΘ. https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3447853